All for Joomla All for Webmasters
2ΜΜ radio online

Η συνταγή για την πολιτική στο φάρμακο πρέπει να αλλάξει άμεσα

ΔΙΕΘΝΗ ΝΕΑ
Typography

Συνέντευξη του Προέδρου του Συνδέσµου Φαρµακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, Ολύµπιου Παπαδηµητρίου.

Στην Αιμιλία Σταθάκου

O φαρµακευτικός κλάδος έχει προτείνει τη σύναψη

µνηµονίου συνεργασίας µε την πολιτεία, διάρκειας 3-5 ετών, όπου θα διαµορφώνεται ένα συνοπτικό πλαίσιο στόχευσης για όλους τους εµπλεκόµενους φορείς. Ο Πρόεδρος του Συνδέσµου Φαρµακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, Ολύµπιος Παπαδηµητρίου, εξηγεί ότι οι υπέρογκες χρεώσεις και η έλλειψη προβλεψιµότητας όχι µόνο φέρνουν σε απόγνωση τις εταιρείες του φαρµάκου, αλλά καθίστανται και επικίνδυνες για τους ασθενείς. «Ο κλάδος οδηγείται σε αποεπένδυση και διακυβεύεται η βιωσιμότητα πολλών εταιρειών», εξηγεί ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ.

To µέτρο του clawback συνεχίζεται στη µεταµνηµονιακή περίοδο και πρόκειται να ισχύσει µέχρι το 2022, ενώ, ταυτόχρονα, έχουµε τα τελευταία χρόνια έναν κλειστό προϋπολογισµό φαρµακευτικής δαπάνης στα 2,5 δισ. ευρώ που, επίσης, δεν προβλέπεται να αυξηθεί. Κύριε πρόεδρε, τι σηµαίνει αυτό για τις εταιρείες του κλάδου σας, για τους ασθενείς και για τη χώρα µας;

Εξαιτίας του κλειστού, σταθερού εδώ και 4 χρόνια, φαρµακευτικού προϋπολογισµού, η χώρα µας συνεχίζει για 5 χρόνια να έχει χαµηλότερη δηµόσια κατά κεφαλήν φαρµακευτική δαπάνη (188 ευρώ) και από τον µέσο όρο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου (246 ευρώ) και από τον αντίστοιχο των χωρών της Ε.Ε. συνολικά (303 ευρώ) - των 23 χωρών της Ε.Ε. που διαθέτουν σχετικά στοιχεία. Και ενώ µέχρι τώρα οι δυσβάστακτες υποχρεωτικές επιστροφές της φαρµακοβιοµηχανίας προς το κράτος δεν φαίνεται να επηρέασαν την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες τους, κάτι τέτοιο φαίνεται δύσκολο να συνεχιστεί στο µέλλον, αφού οι προβλέψεις για τη φετινή χρονιά, αλλά και για τις επόµενες, φαντάζουν εξαιρετικά δυσοίωνες. Ηδη για το πρώτο δίµηνο (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2019) το clawback του ΕΟΠΥΥ είναι αυξηµένο κατά 16% συγκριτικά µε το πρώτο δίµηνο του 2018! Η είσοδος νέων καινοτόµων θεραπειών στη χώρα µας καθίσταται προβληµατική, ενώ δεν αποκλείεται να κινδυνεύσουν να λείψουν από την αγορά και καθιερωµένες θεραπείες που ήδη χρησιµοποιούνται από σηµαντικό αριθµό ασθενών. Ο κλάδος οδηγείται σε αποεπένδυση και διακυβεύεται η βιωσιµότητα πολλών εταιρειών. Η πολιτική που ακολουθείται σε συνδυασµό µε την έλλειψη προβλεψιµότητας δηµιουργούν τεράστια βάρη στις εταιρείες, µε αποτέλεσµα το προσωρινό λογιστικό όφελος για το κράτος να εκµηδενίζει τις προοπτικές ανάπτυξης, τις νέες επενδύσεις στον κλάδο, τη δηµιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αποµακρύνεται ολοένα και περισσότερο το τρένο της ανάπτυξης. Και, τελικά, οι µεγάλοι χαµένοι είναι η πραγµατική οικονοµία, οι ασθενείς και οι εργαζόµενοι στις εταιρείες του κλάδου. Ο κλειστός προϋπολογισµός των 2,5 δισ. ευρώ δυστυχώς είναι ανεπαρκής, όπως και η ίδια πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας έχει επανειληµµένως παραδεχθεί. Αν θέλει, λοιπόν, το υπουργείο Υγείας να αντιµετωπίσει δραστικά το πρόβληµα, θα πρέπει να υιοθετήσει άµεσα τη λογική της συνυπευθυνότητας στην υπέρβαση της δαπάνης, δηλαδή να υπάρχει κάποιο όριο στο µέγεθος της υπέρβασης που θα καταβάλλουν οι φαρµακευτικές εταιρείες. Πάνω από το όριο αυτό, η ευθύνη της υπέρβασης θα βαρύνει το κράτος, όπως συµβαίνει σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μόνο έτσι θα πάψει η πολιτεία να οχυρώνεται πίσω από την «ασφάλεια» του κλειστού προϋπολογισµού και θα εξασφαλιστεί η βούληση να ολοκληρωθούν οι µεταρρυθµίσεις που εκκρεµούν.

Υπάρχει, όµως, κάποιος άµεσα εφαρµόσιµος εναλλακτικός τρόπος για τη συγκράτηση της υπέρβασης της δαπάνης;

Η υπέρβαση της δαπάνης θα συγκρατηθεί αφενός µε τον εξορθολογισµό του µεγέθους της δηµόσιας φαρµακευτικής δαπάνης, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται σε πραγµατικές υγειονοµικές ανάγκες, αφετέρου και κατά κύριο λόγο µε την άµεση υλοποίηση όλων εκείνων των δοµικών µεταρρυθµίσεων που έχουν ψηφιστεί για τον έλεγχο της κατανάλωσης φαρµάκου και τη µείωση της σπατάλης, όπως θεραπευτικά πρωτόκολλα, ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκοµεία, µητρώα ασθενών, αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, επιτροπή διαπραγµάτευσης. Εάν δεν ελεγχθεί η ζήτηση, θα βρισκόµαστε συνεχώς στο ίδιο ή και χειρότερο σηµείο. Για το 2019 έχει προβλεφθεί µια ένεση ρευστότητας, µια αύξηση δηλαδή 45 εκατ. ευρώ για τα νοσοκοµειακά φάρµακα, που είναι καλοδεχούµενη, βεβαίως, αλλά σίγουρα δεν επαρκεί. Η εξαίρεση κάποιων κατηγοριών φαρµακευτικής δαπάνης από τον κλειστό προϋπολογισµό (ανασφάλιστοι, εµβόλια) µπορεί να δώσει κάποιες ανάσες στις εταιρείες, ώστε να µη κινδυνεύσει η βιωσιµότητά τους µέχρι να εφαρµοστούν κάποιες ζωτικής σηµασίας µεταρρυθµίσεις.

Σταθερά παρουσιάζετε ως ΣΦΕΕ την αναπτυξιακή διάσταση του κλάδου. Υπάρχουν προοπτικές ανάπτυξης για τον κλάδο µε δεδοµένη την υπάρχουσα κατάσταση;

Ο κλάδος του φαρµάκου ήδη συµβάλλει καθοριστικά στην κοινωνία, αλλά και στην οικονοµία, καθώς συµβάλλει σε ποσοστό 3,5% στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), υποστηρίζει 26.000 άµεσες και πολλαπλάσιες έµµεσες θέσεις εργασίας και αντιπροσωπεύει το 18% των συνολικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί σηµαντική εξαγωγική δύναµη της χώρας. Με τη θεσµοθέτηση των κατάλληλων επενδυτικών και φορολογικών κινήτρων, θα υλοποιήσει επενδυτικά πλάνα, θα αυξήσει την κλινική έρευνα στη χώρα, µε αύξηση της απασχόλησης σε ποσότητα, αλλά και ποιότητα και εντέλει θα έχει ακόµη µεγαλύτερη συµβολή στην εθνική οικονοµία. Με την παρούσα κατάσταση, όµως, τις υπέρογκες χρεώσεις και την έλλειψη προβλεψιµότητας, όσα κίνητρα και εάν δοθούν, δεν θα µπορέσουµε, να προσελκύσουµε επενδύσεις. Χρειαζόµαστε, λοιπόν, αλλαγή της «συνταγής» και ουσιαστικές µεταρρυθµίσεις και, µάλιστα, άµεσα. Αποτελεί ιδιαίτερα θετικό σηµάδι η πρόθεση της πολιτείας να θεσµοθετήσει τον συµψηφισµό των επενδύσεων που κάνουν οι εταιρείες σε κλινικές µελέτες µε το clawback που αντιστοιχεί σε κάθε εταιρεία. Αλλά είναι ένα περιορισµένης έκτασης κίνητρο. Και για την ανάπτυξη η λύση είναι η συνυπευθυνότητα πολιτείας - εταιρειών στην υπέρβαση της δαπάνης. Είναι η «µαγική» κίνηση που θα εξασφαλίσει την πολυπόθητη προβλεψιµότητα στις εταιρείες, ώστε να καταφέρουν να σχεδιάζουν για το µέλλον και θα κάνει την πολιτεία πιο αποτελεσµατική στις µεταρρυθµιστικές της δράσεις, γιατί θα αναλάβει επιτέλους µέρος της ευθύνης.

Εδώ και δύο χρόνια απασχολεί τη δηµοσιότητα η υπόθεση της φαρµακευτικής εταιρείας Novartis. Εχει πλήξει τη φαρµακοβιοµηχανία το γεγονός ότι η υπόθεση εκκρεµεί εδώ και τόσους µήνες, ενώ διαρρέουν κάθε λίγο νέες κατηγορίες, εικασίες και αρνητικά δηµοσιεύµατα;

Ο ΣΦΕΕ έχει πάρει θέση από την πρώτη στιγµή, τονίζοντας επανειληµµένως ότι έχει εµπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη και ταυτόχρονα προάγει την τήρηση της νοµιµότητας και της διαφάνειας, προς όφελος των ασθενών. Ευελπιστούµε να βγει το πόρισµα και να λάµψει η αλήθεια. Οσο εκκρεµεί και διαιωνίζεται η υπόθεση, µε επανειληµµένα αρνητικά δηµοσιεύµατα, φήµες και σχόλια, πλήττεται ένας ολόκληρος κλάδος, η ελληνική κοινωνία, ακόµα και η εικόνα της χώρας µας στις άλλες αγορές. Το κυριότερο, όµως, είναι ότι βάλλονται οι ασθενείς, οι οποίοι γίνονται καχύποπτοι απέναντι στις φαρµακευτικές εταιρείες και στη συνεργασία τους µε τους γιατρούς. Σύστηµα υγείας χωρίς φάρµακα δεν υφίσταται και η δαιµονοποίηση του κλάδου µόνο αρνητικά αποτελέσµατα µπορεί να επιφέρει. Ο φαρµακευτικός κλάδος είναι απαραίτητος για την υγεία, την οικονοµία, την προσφορά υψηλού επιπέδου θέσεων εργασίας, την ανάπτυξη γενικότερα. Πότε θα συνειδητοποιήσουµε ότι µε αυτή την οπτική πρέπει να τον βλέπουµε;