Ο ταλαντούχος Διονύσης Πιφέας μιλά για τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο του στο «Μικρό ταρανδάκι», για την κωμωδία που αγαπά και για την τρυφερότητα που νιώθει ως πατέρας.Της ΧΡΥΣΑΣ ΚΑΚΙΩΡΗ – ΠΗΓΗ:
O Διονύσης Πιφέας αναλαμβάνει να μεταφέρει στο θέατρο τον μονόλογο του Ρίτσαρντ Γκαν, του ανθρώπου που έπεσε θύμα μιας stalker, έζησε μια προσωπική κόλαση και εντέλει είδε την ιστορία του να γίνεται μία από τις πιο επιτυχημένες σειρές του Netflix. Το «Baby reindeer» («Μικρό ταρανδάκι») ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στις 20 Οκτωβρίου στο θέατρο «Ιλίσια-Βολανάκης», σε σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου. Η σειρά μάς μετέφερε συνοπτικά στο θρίλερ που βίωσε ο Σκωτσέζος κωμικός και σεναριογράφος: μια απλή χειρονομία, να κεράσει ένα φλιτζάνι τσάι μία γυναίκα στην παμπ όπου εργαζόταν, ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει μια εμμονή που εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Για πέντε ολόκληρα χρόνια, ο Ρ. Γκαν βομβαρδιζόταν με χιλιάδες emails, εκατοντάδες tweets, ηχητικά μηνύματα και επιστολές από τη Μάρθα, μια γυναίκα που ταυτίστηκε με τη ζωή του.
Εν μέσω προβών και… babysitting, μιας και ο Δ. Πιφέας εκτός από ταλαντούχος ηθοποιός είναι και αφοσιωμένος πατέρας, μίλησε στη Realnews. «Είχα δει τη σειρά λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία της. Μια φίλη μού είπε: “Μοιάζεις με αυτόν τον τύπο!”. Την είδα και κόλλησα, είναι μια συγκλονιστική ιστορία. Στην ακρόαση με κάλεσε ο Μάκης. Υστερα από κάποιες συναντήσεις, μου είπε ότι θα είμαι εγώ αυτός που θα ερμηνεύσει τον μονόλογο. Λόγω των δικαιωμάτων υπήρξε καθυστέρηση και έφτασε μια στιγμή που πίστευα ότι δεν θα γίνει τελικά. Τώρα όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου», λέει στην «R», φανερά ενθουσιασμένος.
Ο ηθοποιός φωτίζει και τις άλλες πλευρές της ιστορίας: «Η εμπειρία του stalking είναι μόνο ένα κομμάτι. Το έργο αγγίζει βαθύτερα την ανάγκη του ήρωα για αποδοχή. Μιλά για μια σεξουαλική κακοποίηση που βίωσε πολύ νέος και που τον καθόρισε. Οταν κάποιος βιώσει κάτι τόσο οδυνηρό, το κουβαλά για πάντα. Ηταν μόλις 20- 22 ετών, σπουδαστής σε σχολή υποκριτικής. Κακοποιήθηκε πιστεύοντας ότι ίσως έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για έναν μεγάλο καλλιτεχνικό κύκλο, καθώς ο θύτης είχε δύναμη και κύρος. Αυτό που με συγκινεί είναι πόσο ευάλωτοι είμαστε οι άνθρωποι απέναντι στη ζωή και πόσο συχνά οι ανάγκες μας μάς οδηγούν σε αδιέξοδα». Μιλώντας για τον ήρωα που καλείται να ενσαρκώσει, εξηγεί: «Ο ίδιος ήταν δέσμιος του φόβου του. Φοβόταν να αποκαλυφθεί ότι αναζητούσε σεξουαλικά τον εαυτό του, ότι η κοπέλα του -που την αγαπούσε βαθιάήταν τρανς γυναίκα. Ο φόβος ότι, αν αυτό μαθευτεί, θα καταστραφεί, τον έκανε αιχμάλωτο μιας ολόκληρης κατάστασης. Και όμως, βγήκε μπροστά. Κέρδισε αναγνώριση, έγινε γνωστός, και -το σπουδαιότερο- έδωσε θάρρος σε άλλους ανθρώπους να μιλήσουν».
Οι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι μετά το #MeToo: από το Εδιμβούργο έως την Αθήνα, η πράξη της δημόσιας έκθεσης έχει πάντα δύο όψεις. «Το σημαντικό είναι ότι κάποιοι άνθρωποι μίλησαν. Και δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι, ίσως την υπόληψή σου, για να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Για εμάς, που ακούσαμε τις ιστορίες, μπορεί να φαίνεται απλό. Για εκείνον όμως που βγαίνει μπροστά, υπάρχει πάντα τίμημα». Η θεατρική απόδοση, όπως τονίζει, δεν θα θυμίζει ακριβώς τη σειρά, αλλά θα μοιάζει με stand up comedy: «Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται εκ των υστέρων, με την απόσταση που φέρνει ο χρόνος. Εχει χιούμορ, αυτοσαρκασμό, ακόμα και στιγμές ελαφρότητας μέσα στην τραγωδία. Αυτή είναι και η δυσκολία. Είναι η πρώτη φορά που κάνω μονόλογο και νιώθω πολύ τυχερός που το κάνω υπό την καθοδήγηση του Μάκη. Είναι σαν να κάνω σεμινάριο κάθε ημέρα, χωρίς εκείνος να το επιδιώκει. Είναι προσιτός, καθημερινός, σαν φίλος. Με τις συμβουλές του και την εμπειρία του πραγματικά νιώθω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος ηθοποιός».
Περί κάθαρσης
Το «Baby reindeer» ξεκίνησε από το θέατρο, κατέκτησε το Φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου και το Bush Theatre στο Λονδίνο, πριν μεταφερθεί στην τηλεόραση. Για τον δημιουργό του υπήρξε μια προσωπική κάθαρση, που τον απελευθέρωσε από όσα τον στοίχειωναν. Μπορεί άραγε να συμβεί το ίδιο και με το ελληνικό ανέβασμα;
«Δεν ξέρω αν μια παράσταση μπορεί να σπάσει έναν κύκλο τοξικών σχέσεων. Σίγουρα όμως, αν είναι καλή, δημιουργεί ερωτήματα, συναισθήματα, βάζει τον θεατή να αναρωτηθεί. Το θέατρο δεν είναι διδακτικό, είναι αφορμή να στοχαστείς, να αναζητήσεις κάτι μέσα σου. Αυτές οι ιστορίες όμως είναι λεπτές και η κάθαρση απαιτεί προσωπική δουλειά. Το θέατρο μπορεί να είναι απλώς αφορμή, αν κάποιος το αξιοποιήσει. Για τη συγκεκριμένη παράσταση, δεν ξέρω αν πετυχαίνει πλήρως κάτι τέτοιο, αλλά σίγουρα δίνει αφορμές για σκέψη. Και όπως στη ζωή, έτσι και στο θέατρο, οι συνειρμοί έχουν σημασία: μια μικρή κίνηση, ένας ήχος, ο κυματισμός της θάλασσας μπορούν να σου ξυπνήσουν συναισθήματα ή σκέψεις που δεν περίμενες και ίσως να γίνουν και αυτά μια μορφή κάθαρσης». Απόφοιτος της σχολής του Εθνικού Θεάτρου και ενεργός στη σκηνή από το 2017, ο Δ. Πιφέας έχει δοκιμαστεί σε πολλά είδη παραστάσεων: από τραγωδία και κωμωδία έως λογοτεχνικές διασκευές. Στην τηλεόραση τον γνωρίσαμε στην κωμική σειρά «Και όμως είμαι ακόμα εδώ». Τον κερδίζει, άραγε, περισσότερο η κωμωδία; «Η κωμωδία είναι αρετή. Στην τηλεόραση υπάρχει μια τάση προς πολύ σκοτεινές ιστορίες: βιασμοί, δολοφονίες, απαγωγές. Σαφώς είναι σημαντικό να παρουσιάζονται, αλλά χρειάζεται και μια ποσόστωση. Η ζωή δεν είναι μόνο σκοτεινή. Από την άλλη, το θέατρο μάς δίνει τεράστιο εύρος. Δεν μπορώ να πω ότι κλίνω μόνο προς την κωμωδία. Είναι κάτι που με τραβά, που το αγαπώ, αλλά δεν με περιορίζει. Το θέατρο δεν σου επιτρέπει να πεις “εγώ είμαι μόνο αυτό”. Και, άλλωστε, δεν είμαι το νούμερο ένα κωμικό ταλέντο της χώρας για να πω: Εντάξει, ο κόσμος με βλέπει και γελά, άρα αυτό θα κάνω για πάντα. Κατάλαβες;» (γέλια).
Γεννημένος μπαμπάς
Από τη θεατρική σκηνή στη σκηνή της ζωής, ο Δ. Πιφέας ανέλαβε πρόσφατα τον πιο απαιτητικό και τρυφερό ρόλο: αυτόν του πατέρα. Τα περασμένα Χριστούγεννα κράτησε στην αγκαλιά του το πρώτο του παιδί και, όπως λέει, ήταν σαν να προετοιμαζόταν γι’ αυτό από πάντα. «Η εμπειρία της πατρότητας είναι συγκλονιστική. Νιώθω πιο παρών από ποτέ. Είναι εξουθενωτικό, φυσικά, αλλά μαγικό. Δεν μεγάλωσα με τον πατέρα μου και ίσως γι’ αυτό το βίωμα τού να είμαι ο ίδιος μπαμπάς έχει για εμένα ιδιαίτερη σημασία. Από μικρός ήθελα να κάνω παιδιά, μου άρεσαν τα μωρά, σαν να το επιζητούσα πάντα. Τώρα το ζω στο έπακρο». Οσο για τους ανθρώπους που θεωρεί «το ασφαλές καταφύγιό του», παραμένει συγκινητικά ειλικρινής, δείχνοντας την τρυφερότητα που τον χαρακτηρίζει: «Ευτυχώς στη ζωή μου υπήρξαν άνθρωποι που με αγάπησαν με όλη τους την ψυχή. Πρώτη και καλύτερη η μητέρα μου. Και στη συνέχεια, όταν απέκτησα περισσότερη συνείδηση και εμπειρίες από τη ζωή, αποφάσισα να κάνω μια οικογένεια και επέλεξα έναν άνθρωπο -και επιλέχθηκα και εγώ από εκείνον- για να τη φτιάξουμε μαζί. Η σύντροφός μου, η Κατερίνα, είναι το αποκούμπι μου, το καταφύγιο και το λιμάνι. Δύο ανθρώπους έχω στη ζωή μου».