Με αφορμή μια πρωτοποριακή θεατρική εκδοχή του «Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι», η Νάντια Κοντογεώργη αναμετράται με τους καθρέφτες της, επενδύει στην ουσία και επιλέγει να είναι χρήσιμη χωρίς να προδίδει τις
Φέτος γίνεται χαμαιλέων, που μεταμορφώνεται σε 26 χαρακτήρες, γυναίκες και άνδρες, δαίμονες και αθώους, σε πρόσωπα που λάμπουν και που καταρρέουν στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Οσκαρ Ουάιλντ. Η Νάντια Κοντογεώργη μιλά στη Realnews και ανατρέχει στο υποκριτικό ντεμπούτο της στο πλευρό του Γιώργου Κωνσταντίνου, σταχυολογεί τις προκλήσεις των ρόλων της, εξερευνά την ανάγκη για αποδοχή και αποκαλύπτει τη σχέση που διατηρεί με τον δικό της καθρέφτη.
Ανεβαίνετε στη σκηνή του θεάτρου «Πορεία», όπου ερμηνεύετε «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», του Οσκαρ Ουάιλντ, στην πολυβραβευμένη εκδοχή του Κιπ Ουίλιαμς, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγιοπετρίτη Μπογδάνου.
Δεν είναι μόνο το έργο, που από μόνο του είναι πολύ σημαντικό για να ειπωθεί αυτή η ιστορία -ειδικά στην εποχή μας- για το αυτογνωσιακό κομμάτι, της επαφής με τη συνείδηση και το να μπορεί κανείς να παρατηρεί τον εαυτό του και να διατηρεί την κριτική του σκέψη σε εγρήγορση. Είναι και ο ιδιοφυής τρόπος με τον οποίο έγινε η διασκευή από τον Κιπ Ουίλιαμς, που παρουσιάστηκε σε Broadway και West End.
Είναι πρόκληση για έναν ηθοποιό να ερμηνεύσει όλα τα πρόσωπα του έργου, μετατρέποντάς το σε πολύπλευρο μονόλογο;
Και στην Αγγλία και στην Αμερική, όσον αφορά την εκδοχή του Κιπ Ουίλιαμς, μίλησαν για ένα υβριδικό είδος θεάτρου, ένα κινηματογραφοθέατρο. Εμένα με γοήτευσε πολύ το ότι επιλέχθηκε γι’ αυτό το έργο γυναίκα ηθοποιός να υπηρετήσει όλους τους ρόλους. Ουσιαστικά αναμετράται η ίδια με τους καθρέφτες της και με τη συνείδησή της. Είναι μια συνεχής αναμέτρηση του «εγώ», όπως αυτή καθρεφτίζεται στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους ή σε αυτό που ο καθένας ορίζει ως συνείδηση και παρατήρηση της ψυχής. Αυτό από μόνο του ως επιλογή είναι ιδιοφυής και έχει μέσα και την πρόκληση για τον ηθοποιό να καθρεφτιστεί σε διαφορετικές πιθανές του εκφάνσεις. Το κοινό αντιλαμβάνεται αυτό που συμβαίνει με σύγχρονους όρους, γιατί όλοι πια έχουμε ανάγκη τον συσχετισμό μας με την οθόνη, έχει καταγραφεί μέσα μας, η προσοχή μας έχει διασπαστεί από τις οθόνες. Ταυτόχρονα, το θέατρο εξελίσσεται και βάζουμε μέσα τα στοιχεία της τεχνολογίας ως υπηρέτες της αφήγησης, οπότε το κοινό μπορεί να καθρεφτίσει τον εαυτό του με τρόπους που είναι πρωτόγνωροι, αλλά και με τρόπους που είναι οικείοι.
Εδώ η τεχνολογία μπαίνει στην υπηρεσία της τέχνης;
Δεν είναι απλώς ότι χρησιμοποιείται η τεχνολογία, είναι ότι συμβαίνει πρώτη φορά. Και στο Broadway ήταν η πρώτη φορά που παρουσιάστηκε και πραγματικά έγινε χαμός, γιατί συστήνεται ένας νέος τρόπος – πόσο μάλλον όταν αυτό συμβαίνει σε έναν μονόλογο. Δεν είναι ότι η τεχνολογία είναι εργαλείο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι συμπρωταγωνιστής, χωρίς να καπελώνει την παράσταση. Είναι ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει στα 20 χρόνια που δουλεύω – και έχω καταπιαστεί με πολύ δύσκολα πράγματα. Δεν είναι μόνο η πρόκληση, είναι και η χαρά και η απόλαυση μιας νέας γλώσσας αφήγησης.
Πώς είναι η συνεργασία σας με τον Δημήτρη Αγιοπετρίτη Μπογδάνο που υπογράφει τη σκηνοθεσία;
Με τον Δημήτρη είχαμε συνεργαστεί και στο έργο «Into the woods» στην εναλλακτική σκηνή της Λυρικής. Εκεί γοητεύτηκα πολύ από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την ομάδα των ηθοποιών, γιατί όλη η παράσταση βγήκε σαν ένα ελεύθερο παιχνίδι. Αυτό δεν είναι εύκολο να το συναντήσει κανείς στο θέατρο, να σου δημιουργεί δηλαδή ο σκηνοθέτης τη συνθήκη ψυχοσυναισθηματικής ασφάλειας, ώστε να μπορείς και εσύ ελεύθερος να δημιουργήσεις. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ήθελα πολύ να ξανασυνεργαστώ μαζί του. Οπως και η αισθητική του, που ταιριάζει πολύ στον Οσκαρ Ουάιλντ και στο συγκεκριμένο πόνημα, όπως και οι συγκεκριμένες σπουδές του. Ενα από τα πολλά μεταπτυχιακά του Δημήτρη -γιατί έχει κάνει πολλές σπουδές σε σκηνοθεσία, υποκριτική, σκηνογραφία κ.ά.- είναι η χρήση των digital μέσων στη ζωντανή θεατρική παράσταση. Οπότε, εκτός από το ότι τον εκτιμώ ως άνθρωπο και ως σκηνοθέτη και εκτιμώ και την αισθητική του, έχει και τη συγκεκριμένη ειδική γνώση να το διαχειριστεί αυτό. Είμαι πολύ τυχερή, γιατί βρήκα τον ιδανικό άνθρωπο. Μοιράζομαι τη σκηνή με τον digital performer Δημήτρη Παπαδόπουλο, που είναι και αυτό σχετικά ένα νέο είδος performing, στο οποίο συνδιαλεγόμαστε ανά πάσα στιγμή. Εχει πολύ ενδιαφέρον γιατί αποτυπώνει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Είναι πραγματικά σαν να είμαστε χέριχέρι με έναν εικονικό εαυτό που παρατηρεί την εικόνα μας. Και αυτός υποδηλωτικά υπάρχει στην παράσταση συνέχεια.
Ποια μηνύματα επιχειρεί να περάσει αυτή η παράσταση;
Ο καθένας θα δει διαφορετικούς καθρέφτες και αυτό είναι το πολύ σημαντικό στον Ντόριαν Γκρέι. Σίγουρα αναμετράται με το κομμάτι της εικόνας και με το τι ορίζει ο καθένας ως εαυτό, μέσα από τα μάτια ποιου και πόση ενέργεια δίνει σε αυτό, ενώ δεν δίνει ενέργεια στην παρατήρηση της ψυχικής του πορείας. Είναι τα θέματα του «εγώ», κατά πόσο κανείς επιλέγει με ελεύθερη βούληση, τι επιλογές κάνει και πόσο ορίζει τη ζωή του, έχοντας πάντα επίγνωση του τι σημαίνει να είναι καλός ή κακός. Είμαστε σε μια εποχή που έχει μεγαλύτερη σημασία το γοητευτικό από αυτό που ορίζεται συνειδησιακά, βάσει αξιακού συστήματος, ως καλό. Οι προηγούμενες γενιές είχαμε περισσότερη ανάγκη την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης σε σχέση με το προς τα πού να κινηθούμε συνειδησιακά. Τώρα με τα likes και την ανάγκη να σε πραγματώσουν μέσα από την αποδοχή μιας καρδούλας, έχει περισσότερο σημασία να γίνεις γοητευτικός, έστω για ένα δευτερόλεπτο, παρά να είσαι πραγματικά καλός. Το τι είναι καλό ή κακό είναι ένας αγώνας ζωής για όλους. Αλλά το να το παρατηρεί κανείς καθημερινά και να έχει το πορτρέτο του κλεισμένο στο δωμάτιο, όπως το είχε ο Ντόριαν Γκρέι, καθημερινά στον καθρέφτη του, πρωί και βράδυ, παρατηρώντας ποιος είναι, πώς εξελίχθηκε, πώς μπορεί να γίνει καλύτερος, μάλλον αυτό είναι ένας εξεταζόμενος βίος που είναι σημαντικότερο να ζει κανείς.
Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι εξαντλούν στην επιφάνεια την ανάγκη για αποδοχή; Αυτό είναι πρόβλημα για μια κοινωνία.
Κάθε κοινωνία έχει θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με τη χωροχρονική περίοδο που ζει και ανθίζει. Στη δική μας περίοδο υπάρχει η αίσθηση του μαζί και του ανήκειν, γιατί δίνεται η ευκαιρία μέσω των social να δημιουργηθούν ομάδες ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα, μεταδίδεται η πληροφορία πιο γρήγορα. Είναι πολλά που διαμορφώνουν πια τις προσωπικότητες, αλλά πάντα χρειάζεται η προσωπική αντίσταση σε αυτό που ζητά η εκάστοτε ομάδα από εμάς, είτε αυτό σημαίνει οικογένεια είτε κοινωνία είτε ανθρωπότητα. Χρειάζεται μια σχετική αντίσταση σε αυτό που μας επιβάλλεται, με κριτική σκέψη για το πώς μπορώ να είμαι χρήσιμος στον εαυτό μου και στους άλλους διατηρώντας το προσωπικό μου αξιακό σύστημα.
Πώς ήρθε η πρόταση γι’ αυτή τη συνεργασία;
Εγώ θέλησα να το κάνω και το πρότεινα στον Γιώργο Λυκιαρδόπουλο. Δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα το κομμάτι του gender, γιατί υποδύομαι 26 ρόλους, ανάμεσά τους γυναίκες και άνδρες όλων των ηλικιών, γκέι άνδρες, γυναίκες από πόρνες μέχρι σύμβολα της αθωότητας και της αγάπης. Εχει 26 πιθανές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό που με απασχόλησε ήταν τα χρώματα της ψυχής κάθε ρόλου, σε αυτά εστίασα ερμηνευτικά. Οταν ο Οσκαρ Ουάιλντ έγραψε αυτό το έργο είχε την ανάγκη να μιλήσει για την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία και πώς αυτή φαινόταν στις σχέσεις των ανθρώπων που δεν τους επιτρεπόταν η ελεύθερη σεξουαλική έκφραση. Το κομμάτι του άνδρα και της γυναίκας το βιώνω σχεδόν ψυχοδραματικά: πώς η στάση ενός άνδρα έχει ασυνείδητα καταγράψει μια σχετική εξουσία, πώς η γυναίκα διατηρεί μια σχετική ευαλωτότητα. Αυτά είναι κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία τώρα η κοινωνία έχει ξεκινήσει να αποδομεί με τρόπο που θεωρώ ότι θα λειτουργήσει θετικά μακροπρόθεσμα.
Προσωπικά, τι σχέση έχετε με τον καθρέφτη σας; Σας απασχολεί η εμφάνιση, το πώς φαίνεστε στον κόσμο;
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που τους απασχολεί η εξωτερική εμφάνιση ως προς το πώς θα γίνει αντιληπτή από τους έξω, όσο προς το τι υποδηλώνει για την ψυχολογία μου σήμερα ή, όταν κοιτάζω φωτογραφίες, για το πώς ήμουν εκείνη την περίοδο ή για το πώς θα είμαι στο μέλλον. Μόνο ως έκφραση της ψυχικής και πνευματικής μου κατάστασης. Οταν είμαι στενοχωρημένη, θλιμμένη ή πολύ κουρασμένη θα το δω. Οταν είμαι πολύ χαρούμενη, ευτυχισμένη πάλι θα το δω στο σώμα μου, στο πρόσωπό μου, στα μάτια μου, θα ανοίξει το χρώμα των μαλλιών μου. Οταν είμαι σε μια κατάσταση μοναχικότητας πάλι θα το δω. Το αντιλαμβάνομαι κυρίως ως διάλογο και αυτό είναι και το πιο ειλικρινές για εμένα ιδιοσυγκρασιακά. Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την ανάγκη να υπηρετήσω μια εικόνα. Μάλλον γι’ αυτό έγινα ηθοποιός.
Παράλληλα με το θέατρο, κάνετε γυρίσματα για τη νέα κωμική σειρά του Mega, το «Κάμπινγκ». Κάνετε κάμπινγκ;
Είχα κάνει πριν από πολλά χρόνια, στα 20, με φίλες μου. Προτιμώ τη βολή μου… Δεν θέλω στις διακοπές ταλαιπωρία, αν και καταλαβαίνω την ελευθερία που σου δίνει και πόσο γοητευτικό μπορεί να είναι, πόσο θεραπευτική είναι η επαφή με τη φύση. Αλλά στο συγκεκριμένο «Κάμπινγκ» του Μega, ναι, θα ήμουν θαμώνας και επιλέγω να είμαι ξανά και ξανά. Οι συντελεστές είναι εξαιρετικοί, είναι ένα ευοίωνο project. Υποδύομαι τη Νίτσα, μια δυναμική γυναίκα, μόνιμη κάτοικο του κάμπινγκ. Την έχω αγαπήσει, την απολαμβάνω και περιμένω πώς και πώς να την αγαπήσετε και εσείς.
Το φλερτ με την τηλεόραση κρατά από την εφηβεία, όταν παίξατε σε σειρά με τον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Ναι, ήμουν 14 χρόνων, στο γυμνάσιο. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου είναι ο άνθρωπος που αντιλήφθηκε πρώτα από όλους την κλίση μου στην υποκριτική. Ηταν γείτονάς μας, πήγαινα και του χτυπούσα τα κουδούνια, έκανα τη χαριτωμένη, του είχα σπάσει τα νεύρα του ανθρώπου. Εγραφε τη σειρά «Δανεικός πατέρας», πήρε τους γονείς μου, τους είπε ότι έχει έναν ρόλο για εμένα. Οι γονείς μου δεν ήθελαν, εγώ τους διέλυσα το νευρικό σύστημα και τελικά τους έπεισα. Ηταν καταπληκτική εμπειρία, γιατί εκεί έμαθα τι σημαίνει επαγγελματισμός, πόσο δύσκολη είναι για έναν ηθοποιό η καθημερινότητα και τι πειθαρχία χρειάζεται για να βγει ένα γύρισμα. Ενημερώθηκα από νωρίς για το τι δουλειά απαιτείται πίσω από ένα ωραίο αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί να φαίνεται ελαφρύ και εύκολο. Αυτή είναι η δουλειά μας, πρέπει το αποτέλεσμα να καθίσταται τόσο φυσικό, ώστε να φαίνεται εύκολο. Είχα συνεργαστεί με καλούς ανθρώπους, οπότε καταγράφηκε η εμπειρία μέσα μου θετικά και του χρωστώ του κυρίου Κωνσταντίνου την έναρξη της επαγγελματικής μου ζωής σε εκείνη την ηλικία. Τότε το αντιλαμβανόμουν ως παιχνίδι, αλλά με την επίγνωση της δουλειάς.