Οι βλέψεις του καθεστώτος Ερντογάν για τη μετατροπή της σε βασικό πόλο έλξης ξένων επενδύσεων συγκρούονται με τη στυγνή πραγματικότητα μιας Τουρκίας χωρίς κράτος δικαίου, ανεξάρτητους θεσμούς και οικονομική προβλεψιμότητα.Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
Η ιδέα ότι η Τουρκία, με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, μπορεί να αντικαταστήσει τα κράτη του Κόλπου ως βασικός κόμβος για ξένες επενδύσεις εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν έχει αρχίσει να προβάλλεται έντονα τις τελευταίες εβδομάδες από το καθεστώς Ερντογάν και τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχει.
Οπως πάντα την τελευταία μακρά περίοδο, η Αγκυρα βλέπει διαρκώς «καινούργιες ευκαιρίες» μέσα από τις περιφερειακές κρίσεις και τώρα, σύμφωνα με το καθεστωτικό αφήγημα, ο πόλεμος στο Ιράν θα καταστήσει την Κωνσταντινούπολη τον νέο «ασφαλή επενδυτικό και οικονομικό κόμβο» της περιοχής, όπου θα καταφύγουν όλοι οι επενδυτές από τις χώρες του Κόλπου. Η ρητορική του καθεστώτος Ερντογάν και της οικονομικής του ομάδας είναι σαφής: η Τουρκία παρουσιάζεται ως «σημείο σταθερότητας» σε μια εύφλεκτη γεωγραφία, ως «γέφυρα» μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ασίας και ως εναλλακτική πλατφόρμα για πολυεθνικές που αναζητούν εγγύτητα χωρίς τον άμεσο γεωπολιτικό κίνδυνο. Η δημιουργία του Istanbul Financial Center εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική. Μια θεσμική βιτρίνα που φιλοδοξεί να πείσει ότι η Κωνσταντινούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως διεθνές χρηματοοικονομικό hub.
Αφηγήσεις…
«Το πρόβλημα είναι ότι τα χρηματοοικονομικά κέντρα δεν δημιουργούνται με αφηγήσεις, ούτε με φορολογικά κίνητρα μόνο», λέει στη Realnews Ευρωπαίος επενδυτής.
Η πρώτη και πιο κρίσιμη αδυναμία της Τουρκίας είναι το κράτος δικαίου. Οι επενδυτές δεν συγκρίνουν απλώς φορολογικούς συντελεστές, αλλά και το κατά πόσο τα συμβόλαια τηρούνται, οι διαφορές επιλύονται ανεξάρτητα και η ιδιοκτησία προστατεύεται χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Το Ντουμπάι και το Αμπου Ντάμπι δεν έγιναν διεθνή κέντρα επειδή ήταν φθηνά ή γεωγραφικά βολικά. Εχτισαν, σταδιακά, ένα καθεστώς εμπιστοσύνης βασισμένο σε ξεχωριστές νομικές δομές, με βάση το αγγλοσαξονικό δίκαιο και τη θεσμική αυτονομία.
Αντίθετα, η Τουρκία κουβαλά ένα βαρύ έλλειμμα αξιοπιστίας. Η πορεία της σήμερα, με την καταστολή εις βάρος του CHP και οποιουδήποτε πολιτικού ή δημοσιογράφου ή ιδιώτη που το καθεστώς θεωρεί αντιφρονούντα, ενισχύει την εντύπωση ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να υπερισχύσει των θεσμών. Για έναν διεθνή επενδυτή αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο.
Δεύτερη δομική αδυναμία είναι η μακροοικονομική αστάθεια. Με πληθωρισμό που επίμονα παραμένει σε υψηλά επίπεδα και με το εθνικό της νόμισμα να φέρει ένα ιστορικό έντονης υποτίμησης, η Τουρκία δεν προσελκύει εύκολα μακροπρόθεσμο κεφάλαιο. Αυτό που εισέρχεται συχνά είναι βραχυπρόθεσμο, ευκαιριακό χρήμα που αναζητά αποδόσεις, όχι εταιρείες που χτίζουν υποδομές, με ανθρώπινο δυναμικό και με θεσμική παρουσία. Ενα πραγματικό χρηματοοικονομικό κέντρο, όμως, βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία.
Τρίτο εμπόδιο είναι το λεγόμενο sovereign risk. Το κόστος ασφάλισης του τουρκικού χρέους παραμένει υψηλό, γεγονός που αντανακλά τη διεθνή αντίληψη ότι η χώρα παραμένει ριψοκίνδυνη. Μια πόλη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «ασφαλές καταφύγιο» επενδύσεων όταν το ίδιο το κράτος θεωρείται ευάλωτο.
Σταθερότητα
Επίσης, υπάρχει το ζήτημα της αυξανόμενης έλλειψης προβλεψιμότητας. Οι επενδυτές μπορούν να λειτουργήσουν ακόμη και σε αυταρχικά περιβάλλοντα, αρκεί οι κανόνες να είναι σταθεροί. Το πρόβλημα, όμως, στην Τουρκία δεν είναι απλώς ο συγκεντρωτισμός, αλλά η μεταβλητότητα. Κανονισμοί που αλλάζουν από τη μία ημέρα στην άλλη, δικαστικές υποθέσεις με πολιτική διάσταση και μια γενικευμένη αίσθηση ότι οι κανόνες δεν είναι πλήρως ανεξάρτητοι από τη συγκυρία. Αυτό δημιουργεί ένα «αόρατο κόστος» που αποθαρρύνει σοβαρές επενδύσεις.
Ακόμη και σε πιο «ήπια» πεδία, η σύγκριση δεν είναι υπέρ της Κωνσταντινούπολης. Τα διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα ανταγωνίζονται και σε ποιότητα ζωής: υποδομές, ασφάλεια, εκπαίδευση, αστική οργάνωση. Η επιτυχία του Ντουμπάι βασίστηκε εν μέρει σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για expatriates. Η Κωνσταντινούπολη, παρά τη δυναμική της, παραμένει μια πόλη με έντονα προβλήματα κυκλοφορίας, κόστους ζωής και αστικού σχεδιασμού, που λειτουργούν αποτρεπτικά για ανώτερα στελέχη πολυεθνικών.
Ωστόσο, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται στο ίδιο το Istanbul Financial Center. Παρά τη μεγάλη επένδυση και τις φιλοδοξίες, η ιδιωτική συμμετοχή παραμένει περιορισμένη και σημαντικό μέρος των χώρων καταλαμβάνεται από κρατικούς φορείς και τράπεζες. Με απλά λόγια, το project που παρουσιάζεται ως απόδειξη ετοιμότητας δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί ουσιαστικά από την αγορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν έχει ευκαιρίες. Διαθέτει μεγάλη εσωτερική αγορά, ισχυρή βιομηχανική βάση και γεωγραφική θέση που επιτρέπει να λειτουργήσει ως κόμβος logistics και παραγωγής. Σε έναν κόσμο που αναζητεί εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού, η χώρα μπορεί να κερδίσει έδαφος σε τομείς όπως η μεταποίηση, τα data centers ή το ηλεκτρονικό εμπόριο. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως «δεύτερη βάση» για εταιρείες που θέλουν να διαφοροποιήσουν τον γεωγραφικό τους κίνδυνο. Αλλά αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το να αντικαταστήσει τον Κόλπο.
«Η Τουρκία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία», δηλώνει στην «R» o ίδιος Ευρωπαίος επενδυτής, «αλλά σε ένα παράθυρο ευκαιρίας πολύ περιορισμένης διάρκειας». Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι «αν δεν συνοδευτεί από βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, στη νομισματική πολιτική, στη ρυθμιστική σταθερότητα, το παράθυρο αυτό θα κλείσει όπως άνοιξε: γρήγορα».