Η εποχή της γενιάς που περιμένει να πάρει τα πράγματα στα χέρια της, ξεκίνησε άσχημα.Γράφει ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΗΓΗ: RealnewsΔεν πρόλαβε να πάει στο δημοτικό όταν ξέσπασε η μεγάλη
κρίση, που γρήγορα διαδόθηκε σε όλες τις κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες. Η γενιά που πήρε σειρά με το τελευταίο γράμμα του (λατινικού) αλφαβήτου, ως «Ζ», από το χαϊδευτικό Zoomers (κατά το Boomersτων παπουδογονέων τους) γιατί έπρεπε να είναι ικανή να κινείται ψηφιακά.
Μπερδεμένοι καιροί, δύσκολοι καιροί. Οι γεννήτορες της γενιάς που κινδυνεύουμε να χάσουμε πελάγωσαν με την κρίση που ήρθε ξαφνικά και διέλυσε όσα είχαν μάθει από τους δικούς τους γονείς. Μέχρι τότε, οι γενιές, η μία μετά την άλλη, μεγάλωναν με την υπόρρητη διαβεβαίωση πως «όλα θα πάνε καλύτερα», αρκεί να τρυπώσεις σε κάποιο πανεπιστήμιο και να πάρεις κάποια στιγμή το πτυχίο. Ακόμη και αν δεν έχει κανένα ενδιαφέρον ούτε για εσένα ούτε για την οικονομία ούτε για την κοινωνία μέσα στην οποία θα μεγαλώσεις. Να τρυπώσεις στο Δημόσιο ή να στήσεις μια δική σου δουλειά: κάποια στιγμή θα πιάσεις την καλή. Να τα βρεις με τους πολιτικούς, είτε είναι οι σύλλογοι των σχολών είτε οι βουλευτές που θα έρθουν να σου ζητήσουν τον «σταυρό». Να μπεις σε σπίτι μεγαλύτερο από αυτό των γονέων σου και να οδηγείς αυτοκίνητο που θα το ζηλεύει η παρέα σου.
Τα παιδιά τους, όμως, δηλαδή η γενιά που ψάχνει και δεν βρίσκει ούτε τον δρόμο της ούτε πού οδηγεί ο δρόμος που της δείχνουμε, είναι χαμένα στον απόλυτο ψηφιακό κόσμο των δύο στοιχείων: 1-0, ναι ή όχι! Τα πάντα βρίσκονται στο πληκτρολόγιο. Σε μια ολόκληρη γενιά, που αντιπροσωπεύει έναν στους πέντε συνανθρώπους μας, είπαμε: «Είσαι εσύ και η οθόνη σου. Βγάλ’ τα πέρα μόνος σου».
Κάναμε, ο καθένας με τον τρόπο του, μέγιστο λάθος. Αφήσαμε την κρίση να κατακλύσει τα πάντα, μέσα μας και γύρω μας. Αδειάζαμε από νοηματικό περιεχόμενο, στόχους βελτίωσης, χαρά για τη ζωή, με τον ίδιο ρυθμό που άδειαζαν οι τσέπες μας και οι αποταμιεύσεις της προηγούμενης γενιάς. Ξεχειλίσαμε από τύψεις γιατί δεν είμαστε ικανοί να προσφέρουμε στη γενιά που φέραμε στον κόσμο περισσότερα και ευκολότερα από τους προγόνους μας. Αντί να παλέψουμε με τις συνθήκες που είχαμε μπροστά μας, τα βάλαμε με κάποιους άλλους, κάποιους «κακούς και φταίχτες», φαντάσματα που μας βύθιζαν στην κατάθλιψη. Βλάψαμε τελικά εμάς τους ίδιους και πολύ περισσότερο τη γενιά που τώρα παλεύει να βρει τη θέση της. Αντί η κρίση να κρατήσει τρία ή τέσσερα χρόνια, κράτησε τα διπλάσια. Και να μην ήταν αυτό αρκετό, ήρθε η πανδημία να μας φυλακίσει μόλις που αρχίσαμε να ξεμυτίζουμε.
Μέσα σε αυτό το ασταθές και φοβικό περιβάλλον, ζητούμε από τα παιδιά της γενιάς Ζ, όσα γεννήθηκαν στα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας (1997- 2012), να ζήσουν στερημένη ζωή, την ώρα που τα πάντα γύρω τους λάμπουν στα glitters, που ο πολύχρωμος κόσμος γίνεται «ένας και μοναδικός κόσμος», που το χρήμα γίνεται ήρωας και όσοι πιάνουν την καλή δεν χρειάζεται να ξαναδουλέψουν στην υπόλοιπη ζωή τους. Οι ανισότητες έγιναν χειρότερες και τα δύο άκρα έπαψαν να βλέπουν το ένα το άλλο. Και ενώ άλλα κράτη κάπως κρατήθηκαν και ξεπέρασαν ταχύτερα την κρίση, εμείς βυθιστήκαμε στη λάσπη και χάσαμε κάτι παραπάνω από μία δεκαετία.
Ζητούμε από μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων να γίνουν «καλοί πολίτες», αλλά να μείνουν πολίτες «του χιλιάρικου». Πολίτες που θα ονειρεύονται να κάνουν το ένα ευρώ, δύο. Τους ζητούμε να δηλώσουν ευχαριστημένοι με το σύστημα. Γίνεται; Δεν γίνεται. Κάποιοι δεν το αντέχουν. Ασθενούν ψυχικά. Βλέπουν μόνον το κενό μπροστά τους, έτοιμο να τους καταπιεί και το καταπίνουν εκείνοι με απονενοημένα άλματα.
Τι θα κάνουμε; Το πρόβλημα δεν λύνεται με… λεφτά, αν και χρειάζεται σίγουρα πολλά περισσότερα χρήματα από όσα επενδύουμε στο κοινωνικό όφελος, στην άνοδο της οικονομίας και σε παραγωγικότητα.
Ο μόνος τρόπος να μη χάσουμε μία γενιά είναι να την εμπιστευθούμε. Να πληρωθεί καλύτερα, να ανοίξει η βεντάλια των ευκαιριών, να της εξηγήσουμε ότι η ζωή δεν τελειώνει στις πανελλαδικές, όπως δεν τελείωσε η ζωή όσων, στη δική τους εποχή, δεν διορίστηκαν στο Δημόσιο αλλά στηρίχθηκαν στη δική τους, ιδιωτική, προσπάθεια και δύναμη. Οτι ο πηγαίος κώδικας της δυαδικής νοημοσύνης είναι ανοιχτό βιβλίο και ότι στη ζωή τους θα υπάρξει πάντα και δεύτερη και τρίτη ευκαιρία. Να σταματήσουμε να κουνάμε με βία το δάχτυλο ο ένας στον άλλον και να δώσουμε το χέρι στη γενιά που θα πληρώσει τις συντάξεις όσων παρ’ ολίγον να συντριβούν ολοκληρωτικά μέσα στην ανοήτως παραταθείσα ελληνική κρίση. Γίνεται; Γίνεται!