Τον κομβικό ρόλο της ελληνικής ναυτιλίας για την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της χώρας ανέδειξε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Βασίλης Κικίλιας, στο πλαίσιο του ετήσιου
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η ναυτιλία παραμένει στρατηγικός μοχλός ανάπτυξης για τη χώρα, σημειώνοντας ότι «τις εποχές που η Ελλάδα πέτυχε να ανοίξει τα φτερά της και να αναπτυχθεί, αυτό έγινε μέσα από το εμπορικό κομμάτι της ναυτιλίας», ενώ αναφέρθηκε και στις επαγγελματικές προοπτικές του κλάδου, τονίζοντας ότι οι αμοιβές είναι ανταγωνιστικές και οι συνθήκες εργασίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν.
Ειδική αναφορά έκανε στην κρίση στη Μέση Ανατολή και στις επιπτώσεις της στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Όπως είπε, «έχουμε 11 πλοία στα Στενά του Ορμούζ», με απόλυτη προτεραιότητα την ασφάλεια των Ελλήνων ναυτικών, διευκρινίζοντας ότι όσοι ζήτησαν επαναπατρισμό επέστρεψαν, ενώ όσοι παραμένουν το κάνουν με τη θέλησή τους. Τόνισε επίσης το αποτύπωμα της ελληνικής ναυτιλίας στην περιοχή, λέγοντας ότι «σημαντικός αριθμός πλοίων στην περιοχή είναι ελληνόκτητα ή φέρουν την ελληνική σημαία».
Σχολιάζοντας τις ευρύτερες οικονομικές συνέπειες της κρίσης, προειδοποίησε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν άμεσα την ενέργεια, τον πληθωρισμό και το παγκόσμιο εμπόριο, ενώ εκτίμησε ότι ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης, «θα χρειαστούν μήνες για να επανέλθουμε στο σημείο όπου βρισκόμασταν πριν τον πόλεμο».
Για τις τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, ανέφερε ότι η κυβέρνηση παρενέβη ώστε να αποτραπούν αυξήσεις, επισημαίνοντας ωστόσο ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την πορεία των πραγμάτων, καθώς κυριαρχεί η ρευστότητα.
Εμφανίστηκε επιφυλακτικός για την επόμενη μέρα: «Η ελληνική κυβέρνηση κάνει προσπάθειες, ασχολείται καθημερινά. Δυστυχώς, πηγαίνουμε μέρα με τη μέρα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει».
Αναφερόμενος στην πράσινη μετάβαση, δήλωσε ότι επιθυμεί «να αφήσουμε έναν πιο πράσινο πλανήτη», αλλά άσκησε κριτική στην ευρωπαϊκή προσέγγιση απέναντι στη ναυτιλία, υποστηρίζοντας ότι το κόστος τελικά μετακυλίεται στους πολίτες. «Οι πολιτικές πρέπει να γίνονται για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, για να ζήσουν καλύτερα», κατέληξε.