Το Real.gr παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα το πολυσυζητημένο κινηματογραφικό έπος “Οδύσσεια” του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται από τις 16 Ιουλίου στους κινηματογράφους από την Tanweer.Της Μαρίνας ΤσικλητήραΔευτέρα, Mall
Αμαρουσίου. Βγαίνω από τη δημοσιογραφική προβολή της “Οδύσσειας”, η οποία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα IMAX των Village, ελαφρώς ζαλισμένη, προσπαθώντας να μεταβολίσω το τρίωρο υπερθέαμα που μόλις έχω παρακολουθήσει.
Μου άρεσε αυτό που είδαμε; Μου άρεσε, χωρίς αμφιβολία. Μήπως, όμως, είχε υπερβολικά πολλά τσιτάτα; Μήπως στην αρχή ήταν τόσες απανωτές οι πληροφορίες που άργησα να βυθιστώ στο κλίμα της ταινίας; Μήπως θα έπρεπε να ακούγονται περισσότερα ελληνικά; Μήπως η Ζεντάγια είναι υπερβολικά νέα και όμορφη για να υποδύεται τη στιβαρή, σοφή θεά Αθηνά; Και γιατί απουσίαζε η Ναυσικά από το σενάριο;

Κάνω διάφορες παρόμοιες σκέψεις πριν παραδεχτώ ότι όποιος ψάχνει μειονεκτήματα τα βρίσκει. Ακόμα και στα αριστουργήματα.
Και υπήρχε πολύς κόσμος, σε ολόκληρο τον πλανήτη, που έψαξε να βρει μειονεκτήματα στην “Οδύσσεια” του Νόλαν, πριν καν την παρακολουθήσει. Έβγαλε συμπεράσματα από σύντομες σκηνές, τρέιλερ, σκόρπιες εικόνες. Ενοχλήθηκε με τα σκάφη που παρέπεμπαν στους Βίκινγκς. Με τη στολή Μπάτμαν του Αγαμέμνονα. Με την Ωραία Ελένη, βεβαίως, που ουδεμία σχέση είχε με υποσαχάρια Αφρική, καθότι “λευκώλενος”. Με τη μικροκαμωμένη ηθοποιό Έλεν Πέιτζ που έγινε Έλιοτ Πέιτζ και θα ερμήνευε-άκουσον , άκουσον!- τον Αχιλλέα. Σε αυτό το σημείο, πολλοί θυμήθηκαν νοσταλγικά τον Μπραντ Πιτ, για τον οποίο ουδείς είχε εκφράσει αντιρρήσεις όταν υποδύθηκε τον αδάμαστο ήρωα στην “Τροία” του Βόλφγκανγκ Πέτερεσεν.

Να ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, για όσους δεν το έχουν ακόμα πληροφορηθεί, ότι ο εύθραυστος Έλιοτ Πέιτζ δεν υποδύεται κανέναν Αχιλλέα. Είναι ο στρατιώτης Σίνων, ένας χαρακτήρας έξυπνα δανεισμένος από την “Αινειάδα”, ο οποίος εξαπατά τους Τρώες και, επίσης, προδίδεται. Σημαντικό πρόσωπο στην “Οδύσσεια” του Νόλαν, αλλά όχι Αχιλλέας. Και ο Πέιτζ είναι μια χαρά στον ρόλο του. Λήξις συναγερμού.

Και απομένει η Κενυάτικης καταγωγής Λουπίτα Νιόνγκο (Ωραία Ελένη και Κλυταιμνήστρα). Δεν έχω ενθουσιαστεί με την επιλογή της. Δεν έχω ενθουσιαστεί με τις αγωνιστικές της κορώνες στη διάρκεια συνέντευξης, στην οποία κατακεραύνωσε τον Όμηρο για την έλλειψη χώρου για τους γυναικείους χαρακτήρες (!) Επίσης, δεν έχω ενθουσιαστεί με τη θυμωμένη, αγριωπή ερμηνεία της ως Ελένη, που νιώθω ότι προήλθε από άλλη ταινία. Αποφασίζω, όμως, ότι ελάχιστα μας ενδιαφέρει, γιατί η παρουσία της είναι σύντομη, δεν έχει τόση σημασία, σχεδόν την ξεχνάς. Στο κάτω-κάτω, ο Νόλαν αναφέρει ότι άλλα ήταν τα κίνητρα για αυτόν τον πόλεμο, όχι τα μάτια μιας ωραίας.

Ωστόσο, η υποψία ότι ο σερ Κρίστοφερ επέλεξε τη συγκεκριμένη ηθοποιό για να δημιουργήσει τον απίστευτο ντόρο που δημιούργησε γύρω από την ταινία του, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι θα έχει πιθανότητες να συμπεριληφθεί, ως πολιτικά ορθός, στα Όσκαρ, με έχει ελαφρώς θορυβήσει.

Την επόμενη μέρα η “Οδύσσεια” δεν έχει φύγει από το μυαλό μου. Με ακολουθεί. Σκέφτομαι τον συγκλονιστικό, μισογερμένο Δούρειο Ίππο της ταινίας και τους ιδρωμένους, γεμάτους αγωνία ανθρώπους που ο Άγγλος σκηνοθέτης στρίμωξε στην κοιλιά του. Σκέφτομαι τη συνταρακτική σκηνή της πτώσης της Τροίας. Την κατάμαυρη, καθηλωτική φιγούρα του Αγαμέμνονα.
Σκέφτομαι τον Ματ Ντέιμον, που συμπύκνωσε στη χαμηλότονη ερμηνεία του όλη την ενοχή ενός ανθρώπου που είχε τη γενναιότητα να αντισταθεί στους θεούς αλλά και τη σκληρότητα να καταστρέψει τους ανθρώπους. Που άφησε τους σκοτωμένους συμπολεμιστές του άταφους. Που νίκησε γίγαντες, τέρατα και θηριώδεις δίνες, αλλά άκουσε τις σειρήνες να του μιλούν για όσα έχασε. Που αφέθηκε στη λήθη, για να μην επιστρέψει εκεί όπου ανήκε, σαν να μην είχε πια το δικαίωμα. Ήταν υπέροχος ο Ντέιμον. Το ίδιο υπέροχος με τον Ρέιφ Φάινς, που πρόλαβε να μας δώσει έναν εξίσου συγκλονιστικό Οδυσσέα σε μια λιγότερο συγκλονιστική ταινία (“Η επιστροφή”).

Σκέφτομαι την Αν Χάθαγουεϊ, τον Τομ Χόλαντ. Κάποιοι ένιωσαν έκπληξη που ήταν τόσο καλοί, τόσο συγκινητικοί στους ρόλους της Πηνελόπης και του Τηλέμαχου, αντίστοιχα. Τον Ρόμπερτ Πάτινσον, θαυμαστά αντιπαθή στον ρόλο του ύπουλου μνηστήρα Αντίνοου. Τη στωική, σχεδόν θεϊκή ηρεμία της Σαρλίζ Θερόν- Καλυψούς. Στον αντίποδα, την ανατριχιαστική οργή της μάγισσας Κίρκης (Σαμάνθα Μόρτον) εναντίον των αντρών, που με “τα άδεια στομάχια και το θερμό τους αίμα” την ώθησαν να τους μεταμορφώσει σε χοίρους χωρίς την παραμικρή τύψη. Θυμάμαι ότι, νωρίτερα, η Πηνελόπη είχε αποφανθεί πικρά ότι οι άντρες κάνουν ό,τι επιθυμούν και εκείνη, ως γυναίκα, κάνει ό,τι μπορεί, υφαίνοντας και ξηλώνοντας, και αναρωτιέμαι αν ο Νόλαν μάς λέει εμμέσως πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν κυβερνούσαν οι γυναίκες.

Σκέφτομαι και τη Λουπίτα. Τελικά, καθόλου δεν την ξέχασα όπως νόμιζα. Εξακολουθώ να μην την πολυσυμπαθώ, αλλά αρχίζω να καταλαβαίνω την Ελένη της. Μια Ελένη σκοτεινή και βλοσυρή, με ρωγμές και ουλές, με την ομορφιά της χαμένη, έτοιμη να ζητήσει συγχώρεση για όσα έγιναν για χάρη της. Ούτε εκείνη ούτε ο Μενέλαος του Νόλαν δείχνουν ευτυχισμένοι όταν ο νεαρός Τηλέμαχος επισκέπτεται τη Σπάρτη για να μάθει τι απέγινε ο πατέρας του. Ο Οδυσσέας είναι άφαντος και ο φαινομενικά αήττητος αρχιστράτηγος Αγαμέμνων, που κάποτε σκότωσε το σπλάχνο του για χάρη ενός ούριου ανέμου, έχει δολοφονηθεί άδοξα. Ίσως οι υπερήρωες, οι στρατιώτες, οι απλοί άνθρωποι, οι κόρες, η ομορφιά, θυσιάστηκαν μάταια.
Ένας πολιτισμός χάνεται, ένας άλλος γεννιέται, μας λέει ο Νόλαν. Ίσως, όπως μου επεσήμανε ο καλός συνάδελφος Γιάννης Ραουζαίος, αυτό ακριβώς ήθελε να μας δείξει όταν τα ελάχιστα ελληνικά που ακούγονται στην ταινία (από τον ηθοποιό μας Γιάννη Κοκιασμένο), δεν γίνονται κατανοητά από τους στρατιώτες: η γλώσσα μας δεν είναι πια κυρίαρχη, μια άλλη έχει πάρει τη θέση της εδώ και καιρό. Τροφή για σκέψη.

Κι ενώ οι πολιτισμοί καταρρέουν και καινούριοι παίρνουν τη θέση τους, τα λάθη επαναλαμβάνονται και ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ. Κι όμως, κάπου στο βάθος, ένας Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη, αλλαγμένος αλλά δυναμικά παρών, μια γυναίκα σμίγει ξανά με τον έρωτά της και ένας γιος συναντά για πρώτη φορά τον πατέρα του. Μέσα από τα αποκαΐδια των μαχών και των ζωών, ο Κρίστοφερ Νόλαν βλέπει την κάθαρση, την ελπίδα, την αγάπη και το φως.
Κάπως έτσι, συνειδητοποιώ ότι όλες οι επιλογές του, ακόμα και οι φαινομενικά αλλοπρόσαλλες, είχαν νόημα. Ότι μέσα από το κινηματογραφικό του έπος, το γυρισμένο με την κορυφαία τεχνολογία, το πιο ανατρεπτικό καστ, τα πιο εντυπωσιακά πλάνα και εφέ, ο κορυφαίος αυτός δημιουργός κατάφερε να μιλήσει για την ίδια μας τη φύση, να την κατανοήσει και να τη συγχωρέσει. Κι ακόμα, ότι κατάφερε να αποτίσει τον φόρο τιμής που λαχταρούσε στο έπος του Ομήρου, χωρίς να τον προδώσει, χωρίς να μας προδώσει.