Σε σοβαρές καταγγελίες για τον διαγωνισμό που αφορά τα σχολικά βιβλία προβαίνουν στελέχη του κλάδου των εκτυπώσεων τονίζοντας πως πρόκειται για διαγωνισμό …φωτογραφία που οδηγεί σε αποκλεισμό υποψήφιων αναδόχων με
στόχο το έργο να δοθεί σε συγκεκριμένη επιχείρηση.
Στις 13.07.2026, κατατέθηκε η Διακήρυξη Π627, από το ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», που αφορά Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό για την των «Παραγωγή Διδακτικών Βιβλίων – Διδακτικών Πακέτων Σχολικού Έτους 2027-28 για τις ανάγκες των Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», με τη συνολική δαπάνη να ανέρχεται σε 14.098.000€ και ημερομηνία υποβολής προσφορών την 31η Αυγούστου του 2026.
Είναι ένας διαγωνισμός που καταρχήν φαίνεται καθόλα όμοιος με αυτούς που διενεργούνται τα τελευταία 15 χρόνια, πλην όμως η Διοίκηση του ΙΤΥΕ ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ, η θητεία της οποίας και ανανεώθηκε στα τέλη Μαρτίου 2026 από την Υπουργό Παιδείας κα Σοφία Ζαχαράκη, θεώρησε σκόπιμο να περιορίσει τις συμμετοχές των υποψηφίων αναδόχων σε μόλις δύο, καταστρατηγώντας κάθε υγιή ανταγωνισμό και προκαλώντας βέβαιη οικονομική βλάβη τόσο στον αποκλεισμένο διαγωνιζόμενο, όσο και στο Δημόσιο, βέβαια, αφού διασφαλίζει στους δύο εναπομείναντες αναδόχους ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μειοδοτήσουν, μια και ο αριθμός των Τμημάτων είναι 10 και όπως αναφέρει η διακήρυξη και «το Ι.Τ.Υ.Ε., θα αναθέσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στα οικεία σημεία της παρούσας Διακήρυξης, περιορισμένο αριθμό Τμημάτων στους προσφέροντες που εκάστοτε μειοδοτούν και συγκεκριμένα ο ίδιος προσφέρων και εφόσον αναδειχθεί μειοδότης θα αναλάβει μέχρι πέντε (5) Τμήματα κατ’ ανώτατο όριο υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει την απαιτούμενη παραγωγική ικανότητα προς τούτο» και, όπως υποστηρίζει, αυτό το κάνει «για λόγους επαρκούς διασποράς των κινδύνων από την εκτέλεση της σύμβασης και αποτελεσματικής προστασίας του δημοσίου συμφέροντος».
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της προσπάθειας χειραγώγησης του Διαγωνισμού αυτού, ο οποίος και θα απασχολήσει άμεσα την ΕΝΙΑΙΑ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ (ΕΑΔΗΣΥ) και την ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ για αθέμιτες πρακτικές, θα πρέπει αναφερθούμε στο τι συμβαίνει τα τελευταία 15 χρόνια, οπότε και διαχειρίζεται τις εκτυπώσεις των σχολικών βιβλίων ο ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ.
Σε όλα αυτά τα χρόνια, ουδέποτε υπήρχε περίπτωση να μην αναπτυχθεί υγιής ανταγωνισμός μια και οι συμμετέχοντες την προηγούμενη 10ετία ξεπερνούσαν τις 10 εκτυπωτικές εταιρείες και λόγω του πλήθους των εκτυπωτικών εργασιών στις κυλινδρικές εκτυπώσεις, καμιά εταιρεία δεν εξαρτιόταν από τις εκτυπώσεις των σχολικών βιβλίων. Την τελευταία 5ετία, οι μόλις 3 εκτυπωτικές εταιρείες με εξοπλισμό κυλινδρικών εκτυπώσεων που εξακολουθούν να λειτουργούν και είχαν πραγματικά την παραγωγική δυνατότητα να μειοδοτήσουν, χρησιμοποιούσαν για συμμετοχή «νόμιμα αλλά όχι ηθικά» και άλλες φίλιες εταιρείες, στις οποίες παραχωρούσαν μέρος του εξοπλισμού τους με «τριγωνικές σχέσεις», με αποτέλεσμα οι τυπικά συμμετέχοντες να ανέρχονται σε 5-6 κάθε χρονιά. Σαφώς ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ τους ήταν ισχυρός, με το επωφελούμενο Δημόσιο να εξοικονομεί εκατομμύρια από τον ανταγωνισμό αυτόν μεταξύ των εκτυπωτικών εταιρειών. Βέβαια αυτό δημιουργούσε ισχυρές εντάσεις μεταξύ των συμμετεχόντων και, όπως ήταν αναμενόμενο, γινόταν πολλές ενστάσεις κυρίως για λόγους ήσσονος σημασίας, μια και η επιτυχία στον εν λόγω διαγωνισμό ήταν πλέον βασικό κριτήριο βιωσιμότητας γι αυτές και ειδικότερα για μία εξ’ αυτών που ο ετήσιος τζίρος των σχολικών βιβλίων, αποτελεί το 70-75% του συνολικού της ετήσιου τζίρου.
Την προηγούμενη χρονιά, μια σοφή κίνηση του επί πολλά χρόνια Δ/ντή Εκδόσεων του ΔΙΟΦΑΝΤΟΥ κου Χρήστου Μανωλόπουλου, ήταν να καλέσει, άτυπα, τους διοικούντες των 3 πραγματικά συμμετεχουσών εταιρειών, πριν τις υποβολές των προσφορών για τις εκτυπώσεις των σχολικών βιβλίων που θα διανεμηθούν τον Σεπτέμβρη του 2026, και να τις αναγκάσει να υποσχεθούν ότι δεν θα ξαναχρησιμοποιήσουν «παρένθετες εταιρείες» και θα συμμετάσχουν μόνο αυτές, με τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι ενστάσεις κατά την διαγωνιστική διαδικασία και η πιθανότητα καθυστερήσεων στην παραγωγή, η οποία κυριολεκτικά και ολοκληρώνεται την τελευταία στιγμή.
Έτσι ο περυσινός διαγωνισμός αφορούσε 23 τμήματα και καμία από τις συμμετέχουσες εταιρείες δεν μπορούσε να συμμετέχει για περισσότερα από 8 τμήματα (σημειώστε ότι τα περυσινά 8 τμήματα ισοδυναμούν με 4 του τρέχοντος διαγωνισμού, μια που τα φετινά είναι υπερδιπλάσια σε μέγεθος). Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε χωρίς προβλήματα και οι παραδόσεις των 3 εταιρειών ολοκληρώνονται στα τέλη Ιουλίου του 2026.
Φέτος, στον διαγωνισμό που διενεργείται τον Αύγουστο, προστέθηκε μία «μαγική» παράγραφος, η Ι.4 Εξοπλισμός εκτύπωσης στο Παράρτημα Ι, που αφορά τις Τεχνικές Προδιαγραφές και Υποχρεώσεις του Αναδόχου και αναφέρει:
«Για την εκτύπωση των βιβλίων των διδακτικών πακέτων που έχουν μεγάλο τιράζ θα χρησιμοποιηθούν κυλινδρικές μηχανές οι οποίες θα πρέπειεπί ποινή αποκλεισμού να υποστηρίζουν τη μέθοδο εκτύπωσης Long Grain Heatset Web Offset, η οποία συνίσταται σε χρήση συνεχούς υποστρώματος χαρτιού σε μορφή ρολού (web offset), αξιοποίηση χαρτιού με κατεύθυνση ινών μακράς διάταξης (long grain) και θερμική ξήρανση των εκτυπωτικών μελανιών (heatset) ώστε να διασφαλίζονται μεταξύ άλλων τα εξής:
- Υψηλή παραγωγικότητα,
- Υψηλή ποιότητα εκτύπωσης (ζωντανά χρώματα, καθαρές εικόνες),
- Καλύτερη δίπλωση τυπογραφικού,
- Λιγότερα ‘σπασίματα’ χαρτιού,
- Μεγαλύτερη αντοχή στη βιβλιοδεσία».
Όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και υποκρύπτουν μια στοχευμένη ενέργεια υπέρ συγκεκριμένων εταιρειών. Ας εξετάσουμε, ένα προς ένα, τα επιχειρήματα του αδαούς περί την τεχνολογία της εκτύπωσης συντάκτη της κατάπτυστης αυτής παραγράφου:
Α) Η υψηλότερη παραγωγικότητα των μηχανών Long Grain συγκριτικά με τις μηχανές Short Grain, είναι ένα επιχείρημα το οποίο και είναι απόλυτα αναληθές. Μια μηχανή Short Grain εκτυπώνει περίπου 30% περισσότερα τυπογραφικά φύλλα την ώρα ,σε σχέση με μια Long Grain. Η παραγωγικότητα μιας μηχανής, είναι συνδυασμός του αριθμού των σελίδων που μπορεί να εκτυπώσει σε ένα φύλλο με την ταχύτητά της. Σε κάθε περίπτωση, οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό συμπληρώνουν ειδικό φύλλο με την παραγωγικότητα των μηχανών τους και με βάση αυτήν διεκδικούν τα τμήματα που δύνανται να αναλάβουν.
Β)Η υψηλότερη ποιότητα εκτύπωσης των μηχανών Long Grain συγκριτικά με τις μηχανές Short Grain, είναι ένα επιχείρημα το οποίο και είναι απόλυτα αναληθές. Οι μηχανές Short Grain, και οι μηχανές Long Grain έχουν τα ίδια συστήματα ελέγχου και καθορισμού της ποιότητας εκτύπωσης. Όμως, λόγω της μικρότερης περιμέτρου των κυλίνδρων, στις μηχανές short grain, το ποιοτικό αποτέλεσμα καταλήγει σαφώς ανώτερο. Συνεπώς, οι μηχανές Short Grain είτε υπερτερούν σε ποιότητα εκτύπωσης είτε είναι εφάμιλλες με τις μηχανές Long Grain.
Γ) Η καλύτερη δίπλωση των τυπογραφικών φύλλων από τις μηχανές Long Grain συγκριτικά με τη δίπλωση των φύλλων από τις μηχανές Short Grain, το οποίο και ισχύει, επειδή η τελική δίπλωση του εντύπου στις μηχανές Long Grain γίνεται παράλληλα με την ίνα του χαρτιού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα καθαρό, στρωτό δίπλωμα, χωρίς σπασίματα στις ίνες του χαρτιού. Για να επιλυθούν αυτά τα ζητήματα, οι μηχανές Short Grain είναι εφοδιασμένες με εξειδικευμένα συστήματα ύγρανσης, πχ ELTEX, μετά την έξοδο του χαρτιού από τον φούρνο της μηχανής, με την αρωγή των οποίων το χαρτί προσλαμβάνει την απαραίτητη υγρασία και αποσοβεί τα σπασίματα στις ίνες του χαρτιού, ώστε τα παραγόμενα βιβλία να είναι εντέλει ποιοτικά. Επομένως ούτε αυτό το επιχείρημα ευσταθεί.
Δ) Οι μηχανές Long Grain έχουν λιγότερα σπασίματα χαρτιού, συγκριτικά με τις μηχανές Short Grain, το οποίο και εκτός από φαιδρό, είναι και απόλυτα αναληθές.
Ε) Τα βιβλία που παράγονται από μηχανές Long Grainέχουν μεγαλύτερη αντοχή στη βιβλιοδεσία, συγκριτικά με τα βιβλία που παράγονται από μηχανές Short Grain, επιχείρημα το οποίο εκτός από το ότι είναι απόλυτα αναληθές, είναι και και μια επιπόλαιη και ερασιτεχνική προσέγγιση της μεθόδου βιβλιοδεσίας των βιβλίων. Και αναλύουμε:
‘Όσον αφορά την αντοχή της βιβλιοδεσίας, αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο στην ποιότητα του εξοπλισμού, στην ποιότητα και τα χαρακτηριστικά της κόλλας και στην τεχνογνωσία των χειριστών. Είναι προφανές ότι η βιβλιοδεσία, σε πολλά τυπογραφικά φύλλα, είναι ευκολότερη όταν αυτά έχουν παραχθεί από μηχανές Long Grain, αλλά αποδεικνύεται και από μόνο του ότι είναι ανυπόστατο το επιχείρημα περί αντοχής, όταν το μεγαλύτερο σχολικό βιβλίο του ΔΙΟΦΑΝΤΟΥ, με 472 σελίδες, εκτυπώνεται επί σειρά ετών από μηχανή Short Grain, ακόμη και αυτήν την χρονιά, μια και αποφεύγουν σταθερά το τμήμα που το περιέχει οι λοιποί συμμετέχοντες με μηχανές Long Grain.
Τέλος, όπως περιγράφεται και στην σελ. 73 της διακήρυξης (και ακριβώς ο ίδιος όρος υπάρχει σε όλες τις διακηρύξεις της τελευταίας 15ετίας):
«Η βιβλιοδεσία πρέπει να γίνεται με υλικά άριστης ποιότητας και να ικανοποιεί τις παρακάτω προδιαγραφές:
▪ Σωστή δίπλωση τυπογραφικών φύλλων σύμφωνα με τα κέντρα του χαρτιού όπως αυτά ορίζονται στο τυπωμένο φύλλο και χωρίς πτυχώσεις.
▪ Καθαρότητα στο κόλλημα (όχι μουντζούρες και ξεχείλισμα της κόλλας).
▪ Σωστό γώνιασμα (ορθογώνια κοψίματα, όχι στραβοκομμένα).
▪ Ακρίβεια ξακρίσματος εντύπων, χωρίς γρέζια.
▪ Σωστή σειρά τυπογραφικών φύλλων και εξωφύλλου κατά τη σύνθεση.
▪ Σωστή βιβλιοδεσία (κόλλα, καρφίτσα) ώστε να μην αποκολλώνται σελίδες κατά το άνοιγμα και ξεφύλλισμα του βιβλίου.
▪ Σωστή πίκμανση για να ανοίγει εύκολα το εξώφυλλο.
Οποιαδήποτε απόκλιση από τις ανωτέρω ποιοτικές προδιαγραφές και με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην επόμενη παράγραφο, θεωρείται ουσιώδες ελάττωμα, τα αντίτυπα αποτελούν κακέκτυπα και επιστρέφονται στον ανάδοχο για επανεκτύπωση ή βιβλιοδεσία, ανάλογα με το είδος της απόκλισης. Ο ανάδοχος φέρει την αποκλειστική ευθύνη και υποχρεούται να αντικαταστήσει τα κακέκτυπα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, και πάντως εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ειδοποίησή του με κάθε πρόσφορο τρόπο».
Ας απαντήσουν λοιπόν οι ιθύνοντες του ΔΙΟΦΑΝΤΟΥ, σε μια ποσότητα άνω των 100 εκατομμυρίων βιβλίων που εκτυπώθηκαν από Short Grain μηχανές έως και την φετινή χρονιά, εάν έχουν επιστρέψει προς επανεκτύπωση έστω και 1 βιβλίο για πρόβλημα βιβλιοδεσίας που οφείλετο στο ότι εκτυπώθηκε από Short Grain μηχανή.
Από την απαρχή της ανάληψης διενέργειας των διαγωνισμών για τις εκτυπώσεις των σχολικών βιβλίων από το ΙΤΥΕ ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ, εδώ και 15 χρόνια, πάντα συμμετείχαν εταιρείες που διέθεταν μηχανές Short Grain και ουδέποτε τέθηκε θέμα αποκλεισμού τους, ακόμη και σε εποχές με 8-10 συμμετέχουσες εταιρείες.
Η παράγραφος 1.4 λοιπόν, αντίθετα σε κάθε λογική, δεοντολογία και ηθική, αποκλείει στην ουσία την μία από τις τρεις εταιρείες, η οποία αν και διαθέτει και 2 μηχανές Long Grain και 2 μηχανές Short Grain, λόγω των τεχνικών τoυς χαρακτηριστικών, περιφέρεια κυλίνδρων και του ότι εκτυπώνουν 16 σελίδες, μειονεκτούν συγκριτικά με τις μηχανές Long Grain των ανταγωνιστών που έχουν μικρότερη περιφέρεια κυλίνδρων και τυπώνουν περισσότερες σελίδες. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερα κόστη χαρτιού και υψηλότερα κόστη παραγωγής, οπότε και η προσφορά της αυτονόητα θα έχει τιμές μη ανταγωνιστικές.
Αντίθετα, οι 2 μηχανές Short Grain, επειδή διαθέτουν μικρότερη περιφέρεια κυλίνδρων και εκτυπώνουν 32 σελίδες, υπερτερούν σημαντικά συγκριτικά με τις μηχανές Long Grain των ανταγωνιστών στα κόστη του χαρτιού και η εταιρεία διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην προσφορά της, που γίνεται ακόμη σημαντικότερο με την αλλαγή του σχήματος των βιβλίων σε 20,5 Χ 27,5 εκατ.
Εδώ, εξετάζονται δύο σενάρια. Το καλό σενάριο είναι ότι κάποιοι υψηλά ιστάμενοι στον ΔΙΟΦΑΝΤΟ, για τους δικούς τους λόγους, προσπαθούν να ευνοήσουν την μία ή και τις δύο εταιρείες που διαθέτουν τις μεγαλύτερες μηχανές Long Grain. Το κακό σενάριο είναι να πραγματοποιήσουν τον διακαή τους πόθο, δηλαδή να εισάγουν στην αγορά έναν νέο ανταγωνιστή από άλλη χώρα (έχουν γίνει γνωστές οι προσπάθειές τους και οι επαφές τους με εκτυπωτικά εργοστάσια από την Πολωνία, την Ιταλία, μέχρι και την Τουρκία), όπου υπάρχουν χαμηλότερα κόστη Α΄ και Β’ Υλών και ενέργειας και μηχανές ακόμη παραγωγικότερες λόγου μεγέθους αγοράς. Αυτό θα οδηγήσει εκατοντάδες εργαζόμενους στον εκτυπωτικό κλάδο στην ανεργία και σοβαρή εξάρτηση της παιδείας μας από ξένες εταιρείες.
Ας θυμηθούμε ότι το ΙΤΥΕ Διόφαντος έχει απασχολήσει κατά καιρούς τον κοινοβουλευτικό έλεγχο στη Βουλή των Ελλήνων με ερωτήσεις βουλευτών σχετικά με καταγγελίες για κακοδιαχείριση, σπατάλη πόρων με τη διανομή σχολικών βιβλίων, τεχνικά ζητήματα ψηφιακών υποδομών και θέματα λειτουργίας του σχετικά με τον προϋπολογισμό, τις εκδόσεις και τη γενικότερη στελέχωση του ινστιτούτου, ενώ διενεργήθηκαν έρευνες της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την κακοδιαχείριση και την πιθανή υπεξαίρεση κοινοτικών πόρων (ΕΣΠΑ / Ταμείο Ανάκαμψης) σε κρατικούς φορείς και ψηφιακά προγράμματα.