Εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό θα παραμείνουν και το 2027. Ισχυρό πλήγμα και για τις επιχειρήσεις εξαιτίας της αύξησης του κόστους.Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΙΑ – ΠΗΓΗ: RealnewsΕπί τα χείρω αναθεωρούν
τις προβλέψεις τους για την πορεία των τιμών στα καύσιμα τους επόμενους μήνες επιφανείς οικονομολόγοι μιλώντας στη Realnews, ενώ εκπρόσωποι παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα αρκετών επιχειρήσεων και κυρίως μικρομεσαίων. Οι οικονομολόγοι κάνουν λόγο για «ενεργειακή κρίση διαρκείας» που πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβεβαιώνουν ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με τα αποθέματα στα καύσιμα, αναφέροντας ότι έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη επάρκεια για τους επόμενους μήνες.
Με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή να κλιμακώνεται και τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται, η ενεργειακή κρίση παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, με τις τιμές του πετρελαίου brent και του φυσικού αερίου να βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Δυσοίωνες προβλέψεις
Οι προβλέψεις για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης είναι δυσοίωνες. Σημαντικές ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή έχουν πληγεί, ενώ τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν αποκλεισμένα και η τροφοδοσία των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων γίνεται με μεγάλη δυσκολία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγωγός East-West, μέσα από τον οποίο διακινούνταν καθημερινά 7 εκατομμύρια βαρέλια, βρίσκεται εκτός λειτουργίας. Πρόκειται για τη βασική ενεργειακή αρτηρία μεταφοράς του πετρελαίου που παρέκαμπτε τα Στενά του Ορμούζ.
Την ίδια στιγμή, η Saudi Aramco, η κρατική πετρελαϊκή και ενεργειακή εταιρεία της Σαουδικής Αραβίας, ακυρώνει ή μεταθέτει τις παραδόσεις αργού πετρελαίου προς ευρωπαϊκά διυλιστήρια. Με αυτά τα δεδομένα και την κρίση στη Μέση Ανατολή να μη δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης συνεχίζονται με αμείωτη ένταση οι αυξήσεις στα καύσιμα, με την τιμή του πετρελαίου brent να κινείται ανοδικά προσεγγίζοντας τις προηγούμενες ημέρες ακόμη και τα 110 δολάρια το βαρέλι.
Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου brent αποτυπώνεται άμεσα στις τιμές τόσο της αμόλυβδης βενζίνης όσο και του πετρελαίου κίνησης. Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έχει φτάσει τα περίπου 2,17 ευρώ ανά λίτρο, η οποία θα ξεπερνούσε τα 2,27 ευρώ αν δεν υπήρχε και η επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο από τα διυλιστήρια.
Στα 2,15 ευρώ ανά λίτρο είναι η μέση πανελλαδική τιμή για το πετρέλαιο κίνησης, ενώ χωρίς την επιδότηση θα ήταν στα 2,30 ευρώ ανά λίτρο.
Εκτός ελέγχου βρίσκεται και η τιμή στο φυσικό αέριο, που την προηγούμενη εβδομάδα έχει ξεπεράσει τα 80 ευρώ τη μεγαβατώρα, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 50 ευρώ τη μεγαβατώρα από τις αρχές του περασμένου Μαρτίου, οπότε και ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ήδη μελετά σενάρια προκειμένου να λάβει μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Οικονομολόγοι και φορείς της αγοράς, μιλώντας στην «R», προβλέπουν ότι η ενεργειακή κρίση δύσκολα θα αποκλιμακωθεί τους επόμενους μήνες, ακόμη και σε περίπτωση που σήμερα τερματιζόταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.

Για πολλούς μήνες
Ο Παναγιώτης Πετράκης, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέρει στην «R» ότι «εάν διατηρηθεί το επίπεδο της έντασης στη Μέση Ανατολή στα σημερινά επίπεδα, εκτιμώ ότι η τιμή του πετρελαίου θα σταθεροποιηθεί σε υψηλά επίπεδα όχι μόνο το 2026, αλλά και όλο το 2027. Η τιμή του πετρελαίου θα κινείται υψηλά και διαβλέπω υψηλότερες πιθανότητες να συμβούν και άλλες κρίσεις όπου θα κρατήσουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε υψηλά επίπεδα». Επίσης τονίζει ότι «το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο γιατί δεν είναι μόνο οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία».
Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, επισημαίνει ότι «η κρίση συνεχίζεται. Δεν υπάρχουν σημάδια ότι θα αποκλιμακωθεί. Θα είναι δύσκολος ο χειμώνας. Τα αποθέματα ειδικά στο φυσικό αέριο είναι λίγα. Το ουκρανικό μέτωπο μένει ανοιχτό. Ολα αυτά προοιωνίζουν έναν δύσκολο χειμώνα για όλη την Ευρώπη». Μάλιστα, εκτιμά ότι «ακόμη και αν τελείωνε σήμερα ο πόλεμος θα έπρεπε να περάσουν έξι μήνες για να ομαλοποιηθεί η αγορά σε επίπεδα κοντά σε αυτά που βρισκόταν πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή».
Πλήγμα για τα νοικοκυριά
«Η ενεργειακή κρίση έχει σημαντικές επιπτώσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς», τονίζει στην «R» o Γιάννης Χαλικιάς, επίτιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις είναι σημαντικές γιατί ανεβαίνει το κόστος των προϊόντων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί η κατανάλωση και συνεπώς και οι πωλήσεις των επιχειρήσεων. Κάτι που εάν γίνει θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο», σημειώνει.
«Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, η ασυνάρτητη πολιτική των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά και η κρίση Ρωσίας – Ουκρανίας έχουν επηρεάσει τη διεθνή ροή πετρελαίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα», δηλώνει από την πλευρά του ο Λευτέρης Θαλασσινός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
Προβλέπει μάλιστα ότι «οι τάσεις αυτές θα χειροτερεύσουν στη διάρκεια του χρόνου, ενώ αν ο χειμώνας θα είναι δριμύς πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης θα δυσκολευτούν. Το ίδιο θα γίνει και στην Ελλάδα κυρίως εξαιτίας της αστάθμητης και αχαρτογράφητης τάσης της αγοράς προς την ασυδοσία λόγω έλλειψης επαγγελματικής ηθικής και αποτελεσματικών προληπτικών ελέγχων».
Σύμφωνα με τον Λ. Θαλασσινό, «η σημερινή κρίση, σε αντίθεση με αυτήν του 1973, κατά την οποία οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες επέβαλαν αυστηρό εμπάργκο σε κράτη που υποστήριζαν το Ισραήλ, διαφοροποιείται γιατί συνδέεται με γεωπολιτικές συγκρούσεις που είναι ανεξέλεγκτες σε μεγάλο βαθμό, με υπαρκτούς κινδύνους στη ναυσιπλοΐα και περιορισμούς στην παραγωγή. Η καταστροφή και οι σοβαρές ζημιές σε πετρελαϊκές και βιομηχανικές υποδομές δεν αναπληρώνονται εύκολα και γρήγορα σε σχέση με την κρίση του 1973, κάτι που σημαίνει ότι και αν ακόμα εξαφανιστούν οι δυσκολίες σήμερα, τα προβλήματα θα συνεχιστούν για μεγάλο διάστημα, από τρία έως πέντε έτη».
Εντονη ανησυχία
Ο Γιώργος Μπάλτας, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπογραμμίζει ότι «η ενέργεια έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές κρίσεις, με ασύμμετρες και συχνά απρόβλεπτες συνέπειες Η ακριβότερη ενέργεια επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διάθεσης προϊόντων, αλλά και το κόστος παροχής υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος ενός νέου κύματος ακρίβειας».
Τονίζει μάλιστα ότι «οι εξελίξεις αυτές είναι πολύ αρνητικές τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την ελληνική οικογένεια, η οποία κινδυνεύει να δει για ακόμη μία φορά το κόστος διαβίωσης να αυξάνεται απότομα. Ισως έχει έρθει η στιγμή να εξεταστούν έκτακτα και προσωρινά μέτρα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη συζήτηση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρούνται ταμπού ούτε η βαριά φορολογία των καυσίμων, ούτε οι επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, ούτε ο τρόπος διαμόρφωσης των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας».
Κίνδυνος και για τις εξαγωγές
«Η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει διπλά τις εξαγωγικές: ως ένα αυξημένο λειτουργικό κόστος στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη μεταφορά, καθώς υπάρχει αυξημένο μεταφορικό κόστος», τονίζει ο Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων. «Συνεπώς», συμπληρώνει, «εξουδετερώνεται κάθε κίνητρο ανταγωνιστικότητας. Σεβόμαστε το δημοσιονομικό περιβάλλον, αλλά η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι οι εξαγωγές συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ελληνική οικονομία αυτή τη στιγμή και γι’ αυτό θα πρέπει να ληφθούν μέτρα μείωσης κόστους στις παραγωγικές μονάδες για να συνεχίσουν οι ελληνικές εξαγωγές την ανοδική τους πορεία».
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, μιλώντας στην «R» επισημαίνει ότι «η ενεργειακή κρίση επιφέρει ένα διπλό πλήγμα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από τη μία επιβαρύνονται σημαντικά τα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους, και από την άλλη αυξάνεται το λειτουργικό κόστος σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δηλαδή λιγότερα έσοδα με περισσότερα έξοδα». Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ λέει χαρακτηριστικά ότι «αυτό δεν θα είναι βιώσιμο κάποια στιγμή για πολλές επιχειρήσεις. Αν δεν τελειώσει άμεσα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και αν στο απευκταίο σενάριο έχει μεγάλη διάρκεια η κρίση, τότε θα πρέπει να ληφθούν μέτρα όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε πανευρωπαϊκό».
Τέλος, ο Κωνσταντίνος Δαμίγος, πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών, αναφέρει ότι «το ενεργειακό κόστος αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη απειλή για τη βιωσιμότητα της ελληνικής βιοτεχνίας. Για μια παραγωγική επιχείρηση η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι βασικός συντελεστής παραγωγής. Οταν η τιμή της εκτοξεύεται, συμπαρασύρει το κόστος, εξανεμίζει τα περιθώρια κέρδους και θέτει σε κίνδυνο ακόμη και τη συνέχιση της λειτουργίας μιας επιχείρησης. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν άλλα περιθώρια να απορροφούν συνεχείς ανατιμήσεις». Γι’ αυτόν τον λόγο, «το ΒΕΑ ζητά έναν μόνιμο μηχανισμό μερικής επιδότησης της ενέργειας, που θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές ξεφεύγουν. Η ελληνική βιοτεχνία χρειάζεται προστασία τώρα. Γιατί χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνιστική παραγωγή», καταλήγει ο Κ. Δαμίγος.