on air v3

«Δουλειές έχουμε, λεφτά δεν έχουμε» – Αρθρο του Μπάμπη Παπαδημητρίου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Typography
Η ανεργία έπεσε τον Αύγουστο που πέρασε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πάμπολλων ετών, σχεδόν στο 7%.
Γράφει ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΗΓΗ: Realnews

Δουλεύουν περισσότερες γυναίκες και περισσότεροι νέοι. Η Ελλάδα

βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Μπορεί να αποφεύγει τις «οικονομίστικες» μεγάλες κουβέντες η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, ακολουθώντας προφανώς την πρωθυπουργική γραμμή της «σεμνής» αυτοαναφοράς, αλλά τα μηνύματα έρχονται και από τις επιχειρήσεις, ακόμη και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Οι μισθωτοί εγγράφουν εκατομμύρια ώρες «μαύρων» κάποτε υπερωριών. Οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι είναι περισσότεροι παρά ποτέ. Αλλά και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν παραπονιούνται, κάθε άλλο. Οι επιχειρήσεις που προσαρμόστηκαν γράφουν κέρδη. Ακόμη και οι μικρομεσαίοι τα καταφέρνουν. Οι μεγαλύτερες μονάδες και όμιλοι, καλύτερα. Ο τουρισμός σταθεροποιήθηκε στα υψηλά. Τζίροι μεγαλώνουν, βοηθούντος του πληθωρισμού, παλαιά δάνεια εξοφλούνται, τα καθαρά κέρδη βελτιώνονται εντυπωσιακά, δουλειές καινούργιες υπάρχουν για όποιον θέλει να συνεχίσει να επενδύει.

Εικόνα ενθαρρυντική. Ηταν τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι που πέρασε. Με το που μπήκε όμως το φθινόπωρο, προφανώς και λόγω της σφοδρότερης επιστροφής της κρίσης με τα πετρέλαια, το κλίμα χάλασε απότομα.

Είναι που όλοι οι παραπάνω μετρούν τι (τους) μένει από όλη αυτή τη «φασαρία» και όταν κάνουν τους λογαριασμούς, χάνουν την αισιοδοξία τους. Βεβαίως, ο Σεπτέμβριος είναι πάντοτε δύσκολος μήνας. Ο φετινός είναι δυσκολότερος. Οι προβλέψεις έγιναν δυσοίωνες.

Δεν υπάρχει ούτε μία διεθνής αγορά που να μη φοβάται τα απειλητικά σύννεφα από πάνω της. Οι πόλεμοι δεν λένε να τελειώσουν. Ακόμη και οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες στη Θεσσαλονίκη ήταν τόσο στοχοπροσηλωμένες στις ομάδες των ψηφοφόρων, οι οποίοι ενδιαφέρουν προεκλογικά, που φάνηκαν να αγνοούν τη μεγάλη εικόνα. Αντί να δημιουργούν εμπιστοσύνη, πολλαπλασίασαν τα αιτήματα προς το κράτος.

Γιατί το πρόβλημα όλων αυτών που είχαν ήδη κάποια προβλήματα, αλλά και όσων βλέπουν καταιγίδες να έρχονται κατά πάνω τους, είναι ότι ενώ υπάρχουν δουλειές, χρήματα δεν υπάρχουν. Με αποτέλεσμα, όσα λείπουν να τα ζητούν από το κράτος. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η κυβέρνηση επιμένει να προπαγανδίζει πόσο καλά πηγαίνουν τα πλεονάσματα του κρατικού ταμείου, ακόμη και η υποχρεωτική, για άλλους λόγους, αποπληρωμή κρατικών δανείων.

Το αποτέλεσμα είναι μισθωτοί, συνταξιούχοι και επιχειρηματίες/επαγγελματίες, να θέτουν το εξής πολύ λογικό ερώτημα: μήπως το κράτος πηγαίνει τόσο καλά, επειδή εγώ το πληρώνω παραπάνω από όσο χρειάζεται; Μήπως, με άλλα λόγια, αυτά που μου λείπουν είναι αυτά που περισσεύουν στον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό Οικονομικών, που φροντίζει να υπόσχεται πως έχει φροντίσει για όλους, αν η κρίση χειροτερεύσει; Μήπως ήρθε η ώρα να επιστρέψει η κυβέρνηση κάποια από τα χρήματα που μαζεύει στο όνομα της προ δεκαετίας τελειωμένης δημοσιονομικής κρίσης;

Δεν τους δίνω άδικο. Αφού το κράτος -και πρόκειται για επιτυχία τόσο του σημερινού όσο και του προηγούμενου πρωθυπουργού του- καταφέρνει να ισορροπεί τις δαπάνες με τα έσοδα που συλλέγει, δεν θα ήταν σωστό να καταργήσει, έστω σταδιακά, τους φόρους και τις επιβαρύνσεις εκείνης της περιόδου;

Πάρτε το παράδειγμα του ΦΠΑ. Μπήκαμε στο ευρώ με 18%. Ανέβηκε στο 19% μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Πήγε στο 21% το 2010, όταν έφτασαν τα πρώτα κακά μηνύματα από τα ταμεία του κράτους. Μέσα στην ίδια χρονιά προστέθηκαν άλλες δύο ποσοστιαίες μονάδες. Και ενώ είχαμε ξεπεράσει «τις δυσκολίες των βουνών» (χρέους) ο ΦΠΑ έφτασε το 2016 στο 24% μπροστά στις «δυσκολίες των πεδιάδων», που αρνήθηκε να αντιμετωπίσει ρεαλιστικά η τότε παρέα του Αλέξη Τσίπρα. Τα ίδια ισχύουν και με τον Ειδικό Φόρο Καυσίμων, που «πέταξε» στις βενζίνες -μη σας κουράζω με αριθμούς- από τα 30 στα 70 λεπτά το λίτρο.

Τα προσωπικά οικονομικά όμως δεν βγαίνουν. Προχθεσινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ μας λένε πως η μέση μηνιαία δαπάνη για τις τρέχουσες υποχρεώσεις και αγορές του νοικοκυριού θα είναι φέτος στα 1.900 με 2.000 ευρώ. Στην Αττική ξεπερνά τα 2.300 ευρώ. Στις αγροτικές περιοχές φτάνει τα 1.500 ευρώ. Προσέξτε: περίπου στο ίδιο ποσό χρημάτων ήταν οι μέσες δαπάνες των νοικοκυριών και το 2009-2010, όταν είχαμε ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης μεγάλης κρίσης και ας μην είχαμε κατανοήσει τότε το πρόβλημα.

Το συγκριτικό ερώτημα, αυτονόητο, για όλους μας είναι «τι αγοράζαμε τότε και τι αγοράζουμε τώρα;». Προσθέστε μάλιστα ότι τότε είχες και ένα δάνειο να σε στηρίξει, ενώ τώρα και χρωστάς τα παλαιά και οι τράπεζες δεν «καταδέχονται» να ασχολούνται μαζί σου.

Οταν όμως το κράτος παίρνει τόσα πολλά, ακόμη και αν αυτό συμβαίνει δικαίως ή γιατί τα συστήματα φοροσυλλογής είναι καλύτερα, αλλά σε εσένα μένουν τόσο λίγα (ή και τίποτε), δικαίως σκέφτεσαι ότι κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά.