Το προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2027 περιγράφει μια οικονομία που για έβδομη συνεχόμενη χρονιά αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη.Η άποψη του Κωνσταντίνου Β. Κόλλια, προέδρου του Οικονομικού Επιμελητηρίου ΕλλάδοςΗ ανάπτυξη
προβλέπεται στο 2,3%, έναντι 1,2% για τους εταίρους μας. Οι επενδύσεις αυξάνονται κατά 7,9 εκατοστιαίες μονάδες και το δημόσιο χρέος υποχωρεί στο 128,8% του ΑΕΠ.
Τα νούμερα είναι καλά. Το ερώτημα είναι αν είναι και ανθεκτικά.

Mariah Carey: «Ξεπάγωσε» μετά το Halloween και φωνάζει «It’s time!!!»
Το 2027 είναι η πρώτη χρονιά χωρίς τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Επί σειρά ετών, μεγάλο μέρος της επενδυτικής δυναμικής της χώρας στηρίχθηκε σε επιχορηγήσεις και σε δάνεια με ευνοϊκούς όρους.
Το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων αυξάνεται στα 11 δισ. ευρώ, από 9,8 δισ. φέτος. Είναι σωστή απόφαση, γιατί αποτρέπει έναν απότομο «γκρεμό». Δεν αρκεί όμως να αντικατασταθεί η ποσότητα του χρήματος. Πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο αυτό κινείται στην οικονομία.
Η συγκυρία δεν βοηθά. Το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή έφερε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης στο 3,8% τον Σεπτέμβριο και οδήγησε την ΕΚΤ σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στη χρονιά. Στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός κινήθηκε κατά μέσο όρο στο 3,6% το πρώτο οκτάμηνο. Επομένως η μετάβαση από τις επιχορηγήσεις στην τραπεζική και στην αγοραία χρηματοδότηση γίνεται τη στιγμή που το χρήμα ακριβαίνει.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και ισχυρούς ισολογισμούς, οπότε γι’ αυτές η αλλαγή είναι διαχειρίσιμη. Για τις μικρομεσαίες, που αποτελούν τον κορμό της ελληνικής οικονομίας, είναι το κρίσιμο τεστ. Αν η χρηματοδότηση μείνει συγκεντρωμένη σε λίγους και μεγάλους, η ανάπτυξη θα συνεχίσει να καταγράφεται στους δείκτες χωρίς να φτάνει στην πραγματική οικονομία.
Το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος θεωρεί ότι απαιτούνται τρεις προτεραιότητες:
• Ποιότητα στην απορρόφηση. Κάθε ευρώ δημόσιας επένδυσης πρέπει να αξιολογείται με βάση την παραγωγική απόδοσή του και όχι μόνο με την ταχύτητα εκταμίευσης.
• Ρευστότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Χρειάζονται εγγυοδοτικά προγράμματα, συμμετοχικά κεφάλαια και κίνητρα για συνενώσεις και για ένταξη στην κεφαλαιαγορά.
• Σύνδεση των φοροελαφρύνσεων με την παραγωγικότητα. Η στήριξη του εισοδήματος δεν πρέπει να μετατρέπεται απλώς σε κατανάλωση εισαγόμενων αγαθών και σε νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία που κατακτήθηκε με κόπο είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας. Ηδη μεταφράζεται σε φθηνότερη χρηματοδότηση για το Δημόσιο, πρέπει όμως να φτάσει και στον ιδιώτη επιχειρηματία. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας: να αποδείξουμε ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκυριακής ένεσης, αλλά η αρχή ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.
Οι οικονομολόγοι της χώρας είναι έτοιμοι να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι απεριόριστος.