Με αυτό και πολλά ακόμα ερωτήματα -συν μπόλικο γέλιο- πλημμυρίζει η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Πανάδης, με τους Ιωάννα Παππά, Γιούλη Τσαγκαράκη και Άγγελο Ανδριόπουλο, η οποία παρουσιάζεται για πρώτη
Σήμερα, όλα αναθεωρούνται. Το “είσαι ό,τι δηλώσεις” ισχύει περισσότερο από ποτέ. Οι αξίες επαναπροσδιορίζονται, οι ορισμοί αλλάζουν. Η διαδικασία, το making off, ενδιαφέρει περισσότερο από το ίδιο το αποτέλεσμα. Το αντίγραφο και το πλαστό δεν στέλνονται πια στο πυρ το εξώτερον: αν η εικόνα είναι αρκετά εντυπωσιακή, αν το “κόνσεπτ” είναι πειστικό, κανείς δεν νοιάζεται αν είναι αληθινή.

Και ο καλλιτέχνης; Άραγε, “κάνει ό,τι του λέμε”, όπως υπογραμμίζει η νέα διευθύντρια του μουσείου Πράδο και φανατικό μέλος του κόμματος “Εμπρός Λαέ”; Ή μήπως οφείλει να ρισκάρει και να υψώνει τη φωνή του, ειδικά σε ισοπεδωτικούς καιρούς, όπως υποστηρίζει ο μυστηριώδης νυχτοφύλακας του μουσείου;
Ποια είναι η μοίρα της πολιτιστικής κληρονομιάς όταν το χρήμα ενός κράτους δεν είναι αρκετό; Ποιο το νόημα της δημοκρατίας και ποιος ο δρόμος της πολιτικής, όταν όλα εξαρτώνται από το πλήκτρο ενός influencer? Ποια είναι η πραγματικότητα όταν η οπτική γωνία αλλάζει διαρκώς; Και, τελικά, ποιος είναι “Ο Πίνακας”; Αυτός που βλέπουμε, αυτός που φανταζόμαστε, αυτός που οφείλουμε να φανταστούμε;
Ακριβώς τη στιγμή που όλος ο κόσμος μοιάζει να έχει συμπυκνωθεί σε μια μικρή οθόνη στην παλάμη μας, νιώθουμε πιο ανοίκεια από ποτέ. Ο έλεγχος της ζωής μας φαντάζει σχετικός. Η ελευθερία της βούλησης το ίδιο. Μερικές φορές έχουμε την ενοχλητική αίσθηση ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι πια δικός μας. Αλήθεια, σε ποιον Θεό πιστεύουμε; Σε ποιον πρέπει να πιστέψουμε; Πού είμαστε, ποιοι είμαστε, τι έχουμε γίνει και πού στην ευχή πάμε;

Παρακολουθώ την παράσταση “Ο Πίνακας”, που έγραψε με εύστοχα σατιρική διάθεση ο Ισπανός Ernesto Caballero και σκηνοθέτησε έξυπνα και αποτελεσματικά, με υπαινιγμούς που καλείσαι να ανακαλύψεις, ο Μιχάλης Πανάδης, και νιώθω τα γρανάζια του εγκεφάλου μου να στριφογυρίζουν αδιάκοπα. Οι ατάκες πέφτουν σαν το χαλάζι, η σκέψη αλλάζει διαρκώς κατεύθυνση και η καρδιά μου συντονίζεται με τη “μοναχή-αντιγραφέα”, την κεντρική ηρωίδα της παράστασης, που μοιάζει να πλέει σε θύελλα χωρίς πυξίδα. Οι βεβαιότητές της κλονίζονται. Η πίστη της περνάει σε δεύτερο πλάνο. Μοναδική σανίδα της είναι η τέχνη-αρκεί να καταφέρει να την ορίσει ξανά, να σιγουρευτεί για το ρόλο της και να ακούσει καθαρά τις φωνές των χαρισματικών φαντασμάτων.

Ο χάρτης των εναλλασσόμενων συναισθημάτων στο πρόσωπο της “μοναχής” Γιούλης Τσαγκαράκη. Το αδιόρατο μυστήριο που τυλίγει τη φιγούρα του σοφού “νυχτοφύλακα” Άγγελου Ανδριόπουλου, ο οποίος λειτουργεί σαν φωνή συνείδησης. Στην αντίπερα όχθη, η εκρηκτικότητα και ο (αυτο) σαρκασμός της σαρωτικής “διευθύντριας” Ιωάννας Παππά, η οποία δίνει κανονικό ρεσιτάλ σε έναν ρόλο που χωράει συνεχόμενα κωμικά κρεσέντο, όλη την αναλγησία της εποχής μας αλλά και ανεπαίσθητες πινελιές ενοχής.
Και οι τρεις ήταν υπέροχοι, σε μια φρέσκια, απόλυτα σημερινή, σχεδόν αναγκαία παράσταση, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
