Ο καρκίνος του προστάτη αποτελεί τη συχνότερη μορφή κακοήθειας στους άνδρες στην Ευρώπη, με περίπου έναν στους οκτώ να διαγιγνώσκεται κατά τη διάρκεια της ζωής του.Γράφει ο Καθηγητής Ουρολογίας ΕΚΠΑ,
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των διαγνώσεων τα τελευταία χρόνια. Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την ηλικία, την καταγωγή και τη γενετική προδιάθεση. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποδεδειγμένα μέτρα πρόληψης που να μειώνουν ουσιαστικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.
Η νόσος χαρακτηρίζεται από σημαντική ετερογένεια, καθώς μπορεί να εμφανιστεί είτε ως βραδέως εξελισσόμενη και κλινικά μη σημαντική μορφή είτε ως επιθετικός όγκος. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση σε εντοπισμένο στάδιο είναι καθοριστική για την έκβαση.
Θεραπευτικές επιλογές και η αξία της πρώιμης διάγνωσης
Στον εντοπισμένο καρκίνο προστάτη και σε ασθενείς με προσδόκιμο επιβίωσης άνω των 10 ετών, συνιστάται η ριζική προστατεκτομή (ανοικτή, λαπαροσκοπική ή ρομποτικά υποβοηθούμενη) ή η ακτινοθεραπεία σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η νόσος μπορεί να διαγνωστεί εξαρχής σε μεταστατικό στάδιο, όπου η θεραπευτική προσέγγιση βασίζεται κυρίως στην ορμονοθεραπεία και σε νεότερα αντιανδρογόνα φάρμακα από το στόμα.
Όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται πλέον στην ορμονοθεραπεία χαρακτηρίζεται ως ευνουχοάντοχη, ενώ η καθυστέρηση της εξέλιξης και της εμφάνισης μεταστάσεων αποτελεί βασικό θεραπευτικό στόχο.
Προσυμπτωματικός έλεγχος: Για ποιους συνίσταται και πότε
Ο προσυμπτωματικός έλεγχος (screening) συνίσταται σε άνδρες άνω των 50 ετών, ενώ μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα (μετά τα 45 έτη) σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό ή αυξημένο κίνδυνο.
Στόχος του ελέγχου είναι η ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο, όπου η θεραπεία μπορεί να είναι ριζική και ενδεχομένως ιάσιμη.
Ο αρχικός έλεγχος περιλαμβάνει τη μέτρηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) στο αίμα και τη δακτυλική εξέταση του προστάτη, η οποία συμπληρώνει την κλινική εκτίμηση, αν και έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία σε χαμηλά επίπεδα PSA.
Στη συνολική αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι του PSA, όπως το ελεύθερο προς ολικό PSA, η πυκνότητα του PSA και η μεταβολή του στο χρόνο. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς 5α-αναγωγάσης, καθώς οι τιμές του PSA μπορεί να εμφανίζονται τεχνητά μειωμένες.
Ο ρόλος της μαγνητικής τομογραφίας και της βιοψίας
Η πολυπαραμετρική μαγνητική τομογραφία προστάτη (mpMRI) αποτελεί βασικό εργαλείο στη σύγχρονη διαγνωστική προσέγγιση. Τα ευρήματα αξιολογούνται με την κλίμακα PIRADS (1–5), η οποία εκτιμά την πιθανότητα ύπαρξης κλινικά σημαντικού καρκίνου.
Σε υψηλές βαθμολογίες (PIRADS 4 και 5) συνίσταται η διενέργεια βιοψίας, ενώ στις ενδιάμεσες περιπτώσεις η απόφαση εξατομικεύεται. Η mpMRI συμβάλλει τόσο στην αποφυγή άσκοπων βιοψιών όσο και στον ακριβή εντοπισμό ύποπτων περιοχών.
Η βιοψία προστάτη πραγματοποιείται διορθικά ή διαπερινεϊκά και μπορεί να καθοδηγείται είτε γνωσιακά είτε με τεχνικές σύντηξης εικόνων (fusion). Πρόκειται για καθιερωμένη και ασφαλή εξέταση, με χαμηλά ποσοστά επιπλοκών.

Διάγνωση και εκτίμηση της νόσου
Η ιστολογική διάγνωση βασίζεται στο Gleason score, το οποίο κυμαίνεται από 6 έως 10 και αντανακλά την επιθετικότητα του όγκου.
Για τη σταδιοποίηση της νόσου χρησιμοποιούνται απεικονιστικές εξετάσεις όπως η αξονική τομογραφία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η mpMRI για λεπτομερέστερη τοπική εκτίμηση.
Η ανίχνευση οστικών μεταστάσεων γίνεται με σπινθηρογράφημα οστών, ενώ η έκταση και η κατανομή των μεταστάσεων επηρεάζουν σημαντικά τόσο την πρόγνωση όσο και την επιλογή θεραπείας. Σε ασθενείς με οστικές μεταστάσεις, μπορεί να απαιτηθεί και χορήγηση οστεοπροστατευτικών παραγόντων για την πρόληψη επιπλοκών.
PSMA PET/CT: η νέα εποχή στην απεικόνιση
Η σύγχρονη απεικόνιση στον καρκίνο του προστάτη έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή, με τεχνολογίες που επιτρέπουν την πιο έγκαιρη και ακριβή ανίχνευση της νόσου. Το PSMA PET/CT αποτελεί μια σύγχρονη, υψηλής ακρίβειας απεικονιστική μέθοδο που συνδυάζει λειτουργική και ανατομική πληροφορία, επιτρέποντας την ανίχνευση της νόσου σε ολόκληρο το σώμα.
Ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για πρόοδο νόσου, υπερτερεί έναντι της αξονικής τομογραφίας και του σπινθηρογραφήματος οστών, επιτρέποντας ακριβέστερη εκτίμηση της έκτασης της νόσου ήδη από την αρχική διάγνωση.
Επιπλέον, έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει εστίες ακόμη και όταν οι συμβατικές απεικονιστικές εξετάσεις είναι αρνητικές. Ο ρόλος της είναι καθοριστικός τόσο στην πρωτοδιάγνωση και αρχική σταδιοποίηση, όσο και στη βιοχημική υποτροπή, όπου μπορεί να εντοπίσει τη νόσο ακόμη και σε χαμηλά επίπεδα PSA. Σε βιοχημική υποτροπή, η διαγνωστική της απόδοση είναι ιδιαίτερα υψηλή, με ευαισθησία περίπου 93% και ειδικότητα 94%, ενώ η πιθανότητα ανίχνευσης αυξάνεται σημαντικά όσο αυξάνουν τα επίπεδα PSA, καθιστώντας τη μέθοδο ιδιαίτερα χρήσιμη στην επανασταδιοποίηση.
Πρακτικά, όταν μέσω του PSMA PET/CT γίνεται έγκαιρη διάγνωση μεταστάσεων που δεν απεικονίζονται με τις συμβατικές εξετάσεις, αλλάζει και το θεραπευτικό πλάνο καθώς είναι διαφορετική η αντιμετώπιση της εντοπισμένης και τοπικά προχωρημένης νόσου από τη μεταστατική ορμονοευαίσθητη ή τη μη μεταστατική και μεταστατική ευνουχοάντοχη.
Η μέθοδος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην αρχική σταδιοποίηση, στη βιοχημική υποτροπή, καθώς και στην ανίχνευση μεταστάσεων ακόμη και σε χαμηλά επίπεδα PSA, ενώ η δυνατότητα εντοπισμού μικρών ή πρώιμων μεταστατικών εστιών μπορεί να συμβάλει στην ουσιαστική τροποποίηση της θεραπευτικής στρατηγικής.
Η ενσωμάτωση της μεθόδου στην καθημερινή κλινική πρακτική οδηγεί στην ακριβέστερη σταδιοποίηση και στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση των ασθενών.
Στην Ελλάδα, το PSMA PET/CT αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ σε συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως σε ασθενείς υψηλού κινδύνου ή σε περιπτώσεις βιοχημικής υποτροπής μετά από αρχική θεραπεία (ριζική προστατεκτομή ή ακτινοθεραπεία).
[Σημειώνεται ότι οι πληροφορίες του άρθρου βασίζονται στις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας. Οι οδηγίες αυτές υιοθετούνται παγκοσμίως από 75 Ουρολογικές Εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η Ελληνική Ουρολογική Εταιρεία].