on air v3

Ζαρούχλα: Κελαρίσματα νερών, αργοί ρυθμοί και γεύσεις βουνού στην ορεινή Αχαΐα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Typography
Στο πανέμορφο ορεινό χωριό της Αχαΐας, η φύση λειτουργεί σχεδόν θεραπευτικά, οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους σε φέρνουν πιο κοντά στον τόπο και η γαστρονομία γίνεται λόγος για να επιστρέψεις
Της
Χρύσας Κακιώρη

Φτάσαμε Παρασκευή απόγευμα, την ώρα που το χωριό ξυπνούσε αργά από τη νωχελικότητα της εβδομάδας. Τα Σαββατοκύριακα η Ζαρούχλα ζωντανεύει, όμως η άνοιξη -η πιο αδικημένη εποχή της, αφού οι περισσότεροι τη σκέφτονται ως χειμερινό προορισμό- της ταιριάζει ίσως περισσότερο. Λιγότερο δημοφιλής από τον χειμώνα, χωρίς τη φασαρία των εκδρομέων και τη βιασύνη της high season, αποκαλύπτει μια άλλη εκδοχή του ορεινού τοπίου: πιο αργή, πιο πράσινη, με μια σπάνια αίσθηση γαλήνης.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς εδώ δεν είναι εικόνα αλλά ήχος. Το κελάρισμα του ποταμού Κράθι, που πηγάζει από τον Χελμό και διασχίζει τη Ζαρούχλα, σε συνοδεύει σχεδόν παντού. Νερά που περνούν δίπλα από πέτρινα σπίτια, κάτω από πλατάνια, ανάμεσα σε πλακόστρωτα σοκάκια. Το χωριό είναι «πνιγμένο» στο πράσινο χάρη στα τρία ρέματα που το διασχίζουν.

Δεν είναι τυχαίο πως όσοι γνωρίζουν καλά την περιοχή μιλούν συχνά για το ευεργετικό μικροκλίμα της. Ο καθαρός αέρας, η δροσιά που κατεβαίνει από το βουνό, η αίσθηση ότι αναπνέεις πιο γεμάτα. Είναι από εκείνα τα μέρη όπου, σχεδόν ασυναίσθητα, κοιμάσαι καλύτερα, περπατάς περισσότερο και τσεκάρεις λιγότερο το κινητό σου.

Το ραντεβού μας με την Αριάδνη Χατζή, πρόεδρο του χωριού και δημιουργό των τοπικών προϊόντων «Αριάδνη», μάς βάζει αμέσως στο κλίμα. Με εκείνη οδηγό, η βόλτα στη Ζαρούχλα μοιάζει λιγότερο με ξενάγηση, και περισσότερο με περίπατο και κουβέντα με κάποιον που ξέρει τον τόπο απέξω.

Περνάμε από πέτρινα σοκάκια, ακούμε πουλιά σε μια σχεδόν αδιάκοπη συναυλία και μαθαίνουμε ιστορίες για τους πύργους του χωριού, που κάποτε ήταν δεκατέσσερις.

Στον Πύργο Χαραλάμπη, με τις πολεμίστρες και τις ζεματίστρες που προστάτευαν την είσοδο, έζησε ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως πρωθυπουργός της Ελλάδας για μόλις μία ημέρα.

Λίγο παρακάτω, τα ερείπια του Πύργου Παπαδημητρόπουλου θυμίζουν μια εποχή όπου τα πυργόσπιτα λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως κατοικίες και οχυρώσεις. Η Ζαρούχλα γνώρισε μεγάλες δόξες επίΤουρκοκρατίας υπήρξε εύποροκεφαλοχώρι της περιοχής, με έντονη οικονομική και κοινωνική ζωή, φτάνοντας να αριθμεί ακόμη και περίπου χίλιες οικογένειες. Ίσως γι’ αυτό το χωριό διατηρεί μέχρι σήμερα κάτι από την αρχοντιά μιας άλλης εποχής.

Ανηφορίζουμε προς τον Πύργο της Ζαρούχλας, ή αλλιώς τον Πύργο του Ασημάκη Φωτήλα, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του χωριού. Χτισμένος πιθανότατα τον 17ο αιώνα, σε οχυρή θέση με εποπτεία της περιοχής, θυμίζει τις εποχές όπου τα πυργόσπιτα λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως κατοικίες και αμυντικά καταφύγια.

Ο Ασημάκης Φωτήλας υπήρξε σημαντική μορφή της προεπαναστατικής περιόδου και η οικογένειά του συνδέθηκε στενά με την ιστορία της Αχαΐας και της Επανάστασης του 1821. Από το 1985 ο πύργος έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο, ενώ σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας.

Ανηφορίζουμε προς τον Βυζαντινό Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, ακολουθώντας ένα μονοπάτι στα όρια του χωριού. Η μεταβυζαντινή εκκλησία, χτισμένη στα τέλη του 17ου αιώνα, πνιγμένη στο πράσινο, έχει ανάμεσα σε άλλες τοιχογραφίες και μια σπάνια απεικόνιση της Γέννησης της Παναγίας. Σήμερα, το μνημείο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα φθοράς και η αποκατάστασή του αποτελεί όραμα για όλους τους κατοίκους του χωριού, και η Αριάδνης Χατζή, μιλά με συγκίνηση για την ανάγκη να σωθεί αυτό το τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του τόπου.

Καθόμαστε για λίγο στον προαύλιο χώρο, και απολαμβάνουμε τη θέα να ανοίγει προς το βουνό, τα δέντρα και τις στέγες του χωριού.

Φεύγοντας, λίγο πιο κάτω, σταματάμε για καφέ και γαλατόπιτα στο Styga mountain resort. Εκεί συναντάμε την Ασπασία, η οποία πριν από μερικές δεκαετίες, ερωτεύτηκε τη Ζαρούχλα. Σε σημείο με πανοραμική θέα προς όλη τη Ζαρούχλα, η Ασπασία μάς λέει πως η μικρή της κόρη αρρώσταινε συχνά και κάποια στιγμή άκουσαν για το ευεργετικό κλίμα της περιοχής. Ήρθαν αρχικά σχεδόν δοκιμαστικά. Αυτό που βρήκαν, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από καθαρό αέρα: έναν τρόπο ζωής που έμοιαζε να θεραπεύει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή.

Το τοπίο, ο αέρας, η ησυχία του βουνού τούς κράτησαν εδώ. «Η φύση κάνει δουλειά», μας λέει χαμογελώντας. Και ύστερα από λίγες μέρες στη Ζαρούχλα, δύσκολα διαφωνείς.

Κατεβαίνοντας προς το κέντρο του χωριού, μπαίνουμε για λίγο, στο παλιό πέτρινο Δημοτικό Σχολείο της Ζαρούχλας. Χάρτες, παλιές φωτογραφίες και τεκμήρια της τοπικής ιστορίας λειτουργούν σαν μικρή χρονοκάψουλα, θυμίζοντας ότι πίσω από τη σημερινή εικόνα του ορεινού προορισμού υπάρχει ένας τόπος με μνήμη και ιστορία.

Οι γεύσεις του βουνού

Η γαστρονομία εδώ μοιάζει φυσική συνέχεια του τοπίου. Η περιοχή παραμένει σχεδόν παρθένα: δεν έχει ραντιστεί εδώ και δεκαετίες, μας εξηγούν οι ντόπιοι, και αυτό αποτυπώνεται στις πρώτες ύλες: αρωματικό μέλι, ονομαστά φασόλια Ζαρούχλας, βότανα, άγρια χόρτα και γαλακτοκομικά με έντονη γεύση βουνού.

Η Αριάδνη, μέσα από τα προϊόντα της που παράγονται εδώ από το 1999, μοιάζει να συμπυκνώνει αυτή τη γαστρονομική ταυτότητα του τόπου. Χυλοπίτες, τραχανάδες, ζυμαρικά με τσουκνίδα και παντζάρι, γλυκά του κουταλιού από καρπούς της περιοχής. Στο μικρό της κατάστημα, που λειτουργεί σχεδόν και ως σημείο πρώτης ανάγκης, αφού στο χωριό δεν υπάρχει σούπερ μάρκετ, κάθε προϊόν είναι κομμάτι από τη ζωή του βουνού.

Στον Μαχαίρα, η νεαρή Χαρά -που καθημερινά ανεβαίνει από την Ακράτα, όπως και πολλοί από όσους εργάζονται στο χωριό- μας σερβίρει χοιρινά φιλετάκια λαιμού, γεμιστό μπιφτέκι και χειροποίητη χορτόπιτα με τραγανό φύλλο.

«Πρώτη φορά ανέβηκα στη Ζαρούχλα στα 18 μου», μας λέει, περιγράφοντας άθελά της μια πραγματικότητα που συναντάς συχνά εδώ: λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, επιχειρήσεις που ξαναζωντανεύουν τα Σαββατοκύριακα και ένας τόπος που επιμένει να κρατά χαρακτήρα.

Λίγο πιο πάνω, μας περιμένει μια μικρή γαστρονομική έκπληξη, στον κεντρικό δρόμο της Ζαρούχλας, συναντάμε τον Μάρκο και το 1022 Ορεινή Κουζίνα -όνομα που πήρες από το υψόμετρο του χωριού- αποτελεί. Ο Μάρκο Πιεράνι άφησε πίσω του το Μιλάνο και μια καριέρα σε φαρμακευτικές εταιρείες για να βρεθεί εδώ, ακολουθώντας τη σύζυγό του Μαριθέα στον τόπο καταγωγής της.

Σήμερα, η παλιά ψησταριά έχει μεταμορφωθεί σε μια μικρή ορεινή τρατορία, όπου η ιταλική cucina συναντά τις πρώτες ύλες της Αχαΐας. Τον βρίσκουμε με αλεύρι στα χέρια, σκυμμένο πάνω από τη ζύμη, να φτιάχνει νιόκι μπροστά μας με εκείνη τη σχεδόν τελετουργική ηρεμία των ανθρώπων που δεν βιάζονται μέσα στην κουζίνα.

Λίγη ώρα αργότερα, το πιάτο φτάνει στο τραπέζι: βελούδινη σάλτσα gorgonzola, νιόκι αφράτα σχεδόν σαν σύννεφο, ζεστά, comforting, φτιαγμένα για βουνό. Δίπλα, χειροποίητα ζυμαρικά, πίτσες, αλλαντικά της περιοχής βρίσκεις ετικέτες από τοπικά κρασιά αποκλειστικά, μια μικρή αλλά ουσιαστική χειρονομία στήριξης της τοπικής παραγωγής.

Άλλη μία εικόνα που δεν περιμένεις εύκολα σε ένα ορεινό χωριό είναι το «Ρέμα». Ένα ξύλινο, ατμοσφαιρικό μπαρ-καφέ με jazz μουσικές, που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από άλλη αφήγηση. Το νερό ακούγεται συνεχώς δίπλα σου, τα δέντρα δημιουργούν φυσική σκιά και η αίσθηση θυμίζει περισσότερο σαλέ παρά επαρχιακό καφενείο. Ένας καφές ή ένα ποτό εδώ μοιάζει σχεδόν απαραίτητη στάση πριν συνεχίσεις τη μέρα σου στο χωριό.

Φεύγοντας, έχεις την παράξενη αίσθηση ότι αφήνεις πίσω κάτι πιο προσωπικό από έναν ταξιδιωτικό προορισμό. Σαν να πέρασες λίγες μέρες σε έναν τόπο που σε φρόντισε. Με τα νερά του, τον καθαρό αέρα, τις ιστορίες των ανθρώπων και τα τραπέζια που σε κράτησαν λίγο περισσότερο απ’ όσο είχες υπολογίσει. Και ίσως αυτό να είναι τελικά η πραγματική πολυτέλεια ενός ταξιδιού.

  • Το ταξίδι μας έγινε στο πλαίσιο της καμπάνιαςπροβολής του Υπουργείου Τουρισμού με τίτλο «Ορεινή Ελλάδα. Σε πάει ψηλά. Όλο τον χρόνο» Στοχεύει στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ορεινών προορισμών, προβάλλοντας  την ανάδειξη εμπειριών που σχετίζονται με την φύση, την ευεξία και τον αθλητισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία και τον πολιτισμό.
    H καμπάνια αναδεικνύει την ορεινή Ελλάδα ως προορισμό που προσφέρει όχι μόνο αναψυχή, αλλά και εσωτερική ισορροπία, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη κάθε ηλικίας, να αποσυνδεθεί από την καθημερινότητα και να επανασυνδεθεί με τη φύση.