on air v3

Καλαμάτα: Eνώπιον της ανακρίτριας ο 41χρονος – «Την χτύπαγε στην κοιλιά και είχε χάσει δύο παιδιά» λέει η θεία της 39χρονης

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Typography
Λίγο πριν τις 10:30 το πρωί έφθασε στα δικαστήρια Καλαμάτας ο 41χρονος που κατηγορείται για την δολοφονία της 39χρονης συζύγου του, Βασιλικής, με περισσότερες από 40 μαχαιριές, προκειμένου να καταθέσει ενώπιον
της Ανακρίτριας.

Ο 41χρονος οδηγείται ενώπιον της ανακρίτριας για να απολογηθεί, με πολλά και νέα στοιχεία που δεν έχουν δει ακόμα το φως της δημοσιότητας, και έχουν προστεθεί στη δικογραφία που έχει σχηματιστεί.

Ο συζυγοκτόνος καλείται να «εξηγήσει» για ποιον λόγο παρακολουθούσε τις κινήσεις της γυναίκας του και κατέγραφε τις συνομιλίες της. Να περιγράψει πώς και γιατί το μοιραίο βράδυ ξεκίνησε το έντονο επεισόδιο μεταξύ τους και τι συνέβη μέχρι να τη δολοφονήσει με απανωτές μαχαιριές και να της αφαιρέσει τη ζωή.

Ο 41χρονος καθ’ ομολογίαν δράστης της άγριας δολοφονίας στην Καλαμάτα αντιμετωπίζει κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενδοοικογενειακή βία, παραβάσεις του νόμου περί όπλων και κακουργηματικού χαρακτήρα παραβίαση προσωπικών δεδομένων.

Η θεία της 39χρονης που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της στην Καλαμάτα, μίλησε στο Mega και το«Χαμογέλα και Πάλι!».

Αναφορικά με τα όσα ελέχθησαν σχετικά με την χρόνια κακοποίηση της 39χρονης: «Αυτό δεν το ήξερα εγώ παιδί μου, δεν το ήξερα. Κι αν κακοποιούσε τη γυναίκα του αυτός, γιατί θα του είχα βγάλει το μάτι. Ξέρω όμως ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, «δε το ‘ξερα’ λέει, ‘δε το ΄ξερα’» Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν τα ΄βλεπες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;».

Για το γιατί δεν ζήτησε βοήθεια η 39χρονη ή δεν της παρασχέθηκε στήριξη: «Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχότανε σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα»

Και συνέχισε η θεία της άτυχης κοπέλας: «Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. την χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».

Για την οικογένεια του δράστη: «Τι να πει τώρα; Ότι ο γιος του τη σκότωσε; Τι να πούνε γι’ αυτό; Εδώ αυτοί δεν πήγανε ούτε στην κηδεία. Έψαχνα… ανάμεσα στον κόσμο. Έτσι και τους έβρισκα μέσα στον κόσμο, θα μας είχανε γράψει οι εφημερίδες. Θα τους πέταγα με κλωτσιές έξω. Και άκουσα… που λέγε, ‘θα πληρώσουμε εμείς την κηδεία’. Τι να πληρώσεις ρε ηλίθιε την κηδεία; Να πληρώσεις! Τη σκότωσε το παιδί σου. Κοίτα να βοηθήσεις τα εγγόνια σου τώρα που θα πάνε σε ιδρύματα».

Για τα παιδιά της οικογένειας: «Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει».

Το γνωρίζουν ότι έχει φύγει από τη ζωή η μαμά τους; «Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε».

Δεν καταλάβανε τα παιδιά κάτι εκείνο το βράδυ; «Εγώ λέω ότι τα καταλάβανε γιατί τα παιδιά ήτανε μέσα. Αφού φωνάζανε, ακούγανε δίπλα φωνές. Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την αστυνομία;”. και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;” “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοήθαγα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω».

Για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που αναμένεται να ζητήσει ο καθ΄ομολογίαν δράστης: «Να τον βγάλουν ψυχοπαθή για να γλιτώσει; Ας πάει, αν νομίζει ο δικηγόρος ότι πρέπει να το κάνει αυτό».