γράφει ο Παναγιώτης ΛιαργκόβαςΚαθηγητής Οικονομικών και διευθυντής του Εργαστηρίου Οικονομικής Ανάλυσης (EconLab) στο Πανεπιστήμιο ΠελοποννήσουΗ ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για
την ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην αποκατάσταση των απωλειών της προηγούμενης δεκαετίας ή στην επίτευξη ενός υψηλού ρυθμού μεγέθυνσης για λίγα χρόνια. Το κεντρικό ζήτημα είναι αν η χώρα μπορεί να μετατρέψει τη μετά την κρίση ανάκαμψη σε διατηρήσιμη σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αυξάνοντας την παραγωγικότητα, τη συμμετοχή στην εργασία και το ποσοστό των επενδύσεων που κατευθύνονται σε παραγωγικό κεφάλαιο. Η πρόκληση είναι συνεπώς ποιοτική: αφορά το είδος της μεγέθυνσης και όχι μόνο το μέγεθός της.
Η αφετηρία είναι καλύτερη από εκείνη της περιόδου της κρίσης χρέους. Η οικονομία αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης την περίοδο 2023-2025, η ανεργία συνέχισε να υποχωρεί, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και η δημοσιονομική αξιοπιστία βελτιώθηκε. Ωστόσο, η σύγκλιση παραμένει αργή, επειδή η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι επενδύσεις σε άυλα στοιχεία και έρευνα παραμένουν χαμηλές και η διάρθρωση των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο αριθμό μικρών μονάδων με περιορισμένη δυνατότητα κλιμάκωσης.
Αυτή η διττή εικόνα -βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών αλλά επίμονες διαρθρωτικές υστερήσεις- εξηγεί γιατί η αναπτυξιακή στρατηγική δεν πρέπει να συγχέεται με ένα σύνολο επιδοτήσεων ή φορολογικών κινήτρων. Η αναπτυξιακή πολιτική είναι σύστημα: συνδέει τη θεσμική ποιότητα με τη λειτουργία των αγορών, την εκπαίδευση με την παραγωγή, τη χρηματοδότηση με την καινοτομία, τις υποδομές με την εξωστρέφεια και την κοινωνική πολιτική με τη δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν στις αλλαγές.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) προσέφερε μια ιστορικά σπάνια συγκέντρωση πόρων και μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων. Το ελληνικό σχέδιο έχει συνολικό επενδυτικό φάκελο 35,95 δισ. ευρώ και έως τον Ιούνιο του 2026 είχαν εκταμιευθεί 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή το 68,5% της συνολικής κατανομής, μετά την εκπλήρωση 204 οροσήμων και στόχων. Η σημασία του ΤΑΑ δεν βρίσκεται μόνο στην πρόσκαιρη αύξηση της ζήτησης. Κρίνεται κυρίως από το αν οι επενδύσεις, οι ψηφιακές υποδομές, οι μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη και στη διοίκηση και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία θα συνεχίσουν να αποδίδουν μετά τη λήξη του ευρωπαϊκού μηχανισμού.
Η στρατηγική της επόμενης δεκαετίας πρέπει επομένως να οργανωθεί γύρω από λίγους, αλληλοενισχυόμενους άξονες. Πρώτον, ισχυρότεροι θεσμοί. Στην ελληνική περίπτωση, η βασική αδυναμία δεν βρίσκεται πλέον μόνο στην έλλειψη κανόνων. Συχνά βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στην τυπική θέσπιση μιας μεταρρύθμισης και στην πραγματική εφαρμογή της. Δεύτερον, αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου και καλύτερη αντιστοίχιση δεξιοτήτων. Τρίτον, περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις, με μεγαλύτερο βάρος σε τεχνολογία, έρευνα, λογισμικό και παραγωγικές υποδομές. Τέταρτον, συστηματική ένταξη των επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες αξίας. Πέμπτον, χωρική διάχυση της ανάπτυξης μέσα από περιφερειακή εξειδίκευση. Μια οριζόντια πολιτική που εφαρμόζει τα ίδια εργαλεία παντού κινδυνεύει να χρηματοδοτεί δραστηριότητες χωρίς κρίσιμη μάζα ή να ενισχύει περαιτέρω τις ήδη ισχυρές περιοχές. Εκτον, πράσινη και ψηφιακή μετάβαση ως οριζόντιοι μοχλοί παραγωγικότητας. Τέλος, ένα σύγχρονο κοινωνικό συμβόλαιο που καθιστά τις αλλαγές πολιτικά και κοινωνικά βιώσιμες.
Η στρατηγική αυτή δεν προϋποθέτει ότι το κράτος επιλέγει κεντρικά «νικητές». Προϋποθέτει όμως ότι δημιουργεί κοινές υποδομές, κανόνες και θεσμούς που επιτρέπουν στις παραγωγικές δραστηριότητες να αναπτύσσονται. Ο ρόλος του κράτους είναι να μειώνει το κόστος συντονισμού, να διορθώνει αποτυχίες αγοράς, να επενδύει σε δημόσια αγαθά, να εξασφαλίζει ανταγωνισμό και να αξιολογεί συστηματικά τα αποτελέσματα. Αντίστοιχα, ο ιδιωτικός τομέας καλείται να αναλάβει περισσότερο τεχνολογικό και εξαγωγικό κίνδυνο και να επενδύσει σε οργανωτικές ικανότητες, ανθρώπινο κεφάλαιο και μεγέθυνση των επιχειρήσεων.
Η διατηρήσιμη ανάπτυξη έχει και εξωτερικό περιορισμό. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό, γεγονός που υπενθυμίζει ότι μια επενδυτική επιτάχυνση που βασίζεται σε εισαγόμενο εξοπλισμό και υψηλή εγχώρια κατανάλωση πρέπει σταδιακά να αντισταθμίζεται από περισσότερες εξαγωγές και από βαθύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, παρά την ισχυρή επίδοση του τουρισμού και των εξαγωγών. Συνεπώς, η εξωστρέφεια είναι αναγκαία συνθήκη μακροοικονομικής ισορροπίας και όχι απλώς επιλογή εμπορικής πολιτικής.