Η εκλογή του νέου Βρετανού πρωθυπουργού Αντι Μπέρναμ φέρνει νέα δεδομένα στη διπλωματία, με κορυφαίους αρχαιολόγους και ακαδημαϊκούς να μιλούν στη Realnews για ιστορική συγκυρία.Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΠΑΝΑΝΟΥ – ΠΗΓΗ: RealnewsΗ
πρόσφατη εκλογή του Αντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία της Βρετανίας έφερε ξανά στο προσκήνιο το διαχρονικό αίτημα της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, αναζωπυρώνοντας τις προσδοκίες για μια ιστορική δικαίωση.
Ο νέος ηγέτης του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ταχθεί σταθερά και δημόσια υπέρ της επανένωσης των Γλυπτών στην Αθήνα, με πιο χαρακτηριστική την ξεκάθαρη τοποθέτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους». Ωστόσο, οι ειδικοί συστήνουν ψυχραιμία και ρεαλισμό.
Η πολιτική στήριξη από μια τόσο σημαντική προσωπικότητα αποτελεί αναμφίβολα ισχυρό διπλωματικό χαρτί για την ελληνική πλευρά. Οπως αποκαλύπτουν το τελευταίο διάστημα ρεπορτάζ διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως οι «New York Times» και το Artnet, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που ένας εν ενεργεία Βρετανός πρωθυπουργός εισέρχεται στο γραφείο του, έχοντας καταγεγραμμένη και ακλόνητη θέση υπέρ της επιστροφής των ελληνικών αρχαιοτήτων.
Από την εποχή που διατελούσε υπουργός Πολιτισμού το 2008, μέχρι τις πρόσφατες δηλώσεις του ως δημάρχου του Μάντσεστερ, όπου καλούσε το Βρετανικό Μουσείο να επιστρέψει τα Γλυπτά του Παρθενώνα, ο Μπέρναμ έβλεπε την κίνηση αυτή ως μια ευκαιρία να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος «βλέπει» τη μετά Brexit Βρετανία.
Οι προσδοκίες
Παρ’ όλα αυτά, η μετατροπή μιας προσωπικής πεποίθησης σε επίσημη κυβερνητική πολιτική αποτελεί μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση. Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στη Realnews, ο διαπρεπής καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ και αντιπρόεδρος της BCRPM (Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα), Δρ.Πολ Κάρτλεντζ, υπογραμμίζει ότι «είναι εξαιρετικά ευχάριστα νέα το γεγονός ότι ένας πολιτικός του διαμετρήματος και του κύρους του Μπέρναμ έχει επιλέξει σταθερά για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα να υποστηρίζει την υπόθεση της επανένωσης στην Αθήνα όλων των Γλυπτών, αλλά κυρίως εκείνων που επί του παρόντος βρίσκονται “φυλακισμένα” στο Βρετανικό Μουσείο».
Ωστόσο, ο ίδιος σπεύδει να δώσει τις πραγματικές διαστάσεις του θέματος, καθώς προειδοποιεί ότι «ακόμη και από τη θέση του πρωθυπουργού, ο Μπέρναμ θα δυσκολευτεί εξαιρετικά να μεταφράσει αυτή την προσωπική του υποστήριξη σε συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική». Κατά την εκτίμησή του, «το παρόν πολιτικό και διακυβερνητικό τοπίο στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση υπεραισιοδοξία για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στο άμεσο μέλλον».
Το πρώτο και μεγαλύτερο εμπόδιο που καλείται να αντιμετωπίσει ο νέος πρωθυπουργός είναι το εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο της χώρας του. Ο περίφημος νόμος περί Βρετανικού Μουσείου του 1963 (British Museum Act) απαγορεύει ρητά στους επιτρόπους του ιδρύματος να προχωρήσουν στην οριστική απομάκρυνση ή στην επιστροφή αντικειμένων από τις συλλογές τους, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων. Για να αλλάξει αυτό, απαιτείται νομοθετική τροποποίηση από το βρετανικό Κοινοβούλιο.
Δίκαιο αίτημα
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του διεθνούς συνδέσμου για την επιστροφή των Γλυπτών, διαπρεπής αρχαιολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης «Federico II», Λουί Γκοντάρ, τονίζει ότι η διεθνής κοινότητα αναμένει να δει αν ο νέος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ θα μείνει πιστός στις ιδεολογικές του δεσμεύσεις.
Το αίτημα αυτό, το οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά επίσημα από τη Μελίνα Μερκούρη το 1982 στην Πόλη του Μεξικού, δεν αποτελεί πλέον μια ρομαντική διεκδίκηση, αλλά μια ώριμη απαίτηση της διεθνούς κοινότητας. «Η πλειονότητα της βρετανικής κοινής γνώμης είναι πλέον πεπεισμένη ότι το δίκαιο αυτό αίτημα πρέπει να ικανοποιηθεί», υπογραμμίζει ο καθηγητής, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ακόμη και η έγκριτη εφημερίδα «The Times» του Λονδίνου έχει πάρει ξεκάθαρη θέση «υπέρ της επιστροφής των αριστουργημάτων που άρπαξε από τον ναό της θεάς Αθηνάς ο λόρδος Ελγιν, όταν η Ελλάδα λύγιζε υπό την οθωμανική κυριαρχία».
Σύμφωνα με τον Λ. Γκοντάρ, ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός μπορεί τώρα να χρησιμοποιήσει μια σειρά από νέα, ακλόνητα επιχειρήματα. «Πρώτον, το γεγονός ότι το εξαιρετικό Μουσείο της Ακρόπολης έχει στηθεί στους πρόποδες του Ιερού Βράχου, έτοιμο να υποδεχθεί τα γλυπτά.
Δεύτερον, η διεθνής τάση αποκατάστασης, καθώς πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Γερμανίας, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους άπειρα αριστουργήματα που είχαν οικειοποιηθεί την εποχή της αποικιοκρατίας».
Παράλληλα, ο πρόεδρος του διεθνούς συνδέσμου για την επιστροφή των Γλυπτών φέρνει ως παράδειγμα την πρόσφατη στάση της Ρώμης, σημειώνοντας ότι «η Ιταλία και το Βατικανό ειδικότερα ήθελαν θραύσματα από τα αθάνατα έργα του Φειδία που είχαν στην κατοχή τους να επιστραφούν στην Ελλάδα και να τοποθετηθούν στο Μουσείο της Ακρόπολης». Τέλος, το επιχείρημα αποκτά και πολιτικό βάρος στη μετά Brexit εποχή. «Σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία η Βρετανία κοιτάζει πίσω στην Ευρώπη και λυπάται για το δάκρυ που κύλησε την εποχή του Brexit, μια χειρονομία όπως αυτή της ακύρωσης της κλοπής της οποίας η Ελλάδα ήταν θύμα στις αρχές του 19ου αιώνα θα έδινε τεράστιο κύρος στην κυβέρνηση», καταλήγει ο διακεκριμένος καθηγητής.
Για τους υποστηρικτές της επανένωσης, η επιστροφή των Γλυπτών δεν είναι μια απλή διακρατική διαφορά, αλλά μια νίκη του παγκόσμιου πολιτισμού. Το ερώτημα που παραμένει πλέον είναι αν ο Μπέρναμ θα τολμήσει να γράψει ιστορία, κάνοντας το μεγάλο βήμα που οι προκάτοχοί του απέφευγαν για δεκαετίες.
Αναλυτές τονίζουν το παράδειγμα του Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος, ως φοιτητής, υποστήριζε θερμά την επιστροφή των Γλυπτών, αλλά μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία οχυρώθηκε πίσω από την πάγια γραμμή ότι «το ζήτημα αφορά αποκλειστικά το Βρετανικό Μουσείο και όχι τους νομοθέτες». Επιπλέον, η βρετανική πολιτική σκηνή παραμένει βαθιά πολωμένη γύρω από ζητήματα εθνικής ταυτότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ η διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου ανησυχεί για το λεγόμενο «φαινόμενο του ντόμινο». Αν επιστραφούν τα Γλυπτά του Παρθενώνα, το ίδρυμα θα βρεθεί αντιμέτωπο με ένα κύμα παρόμοιων διεκδικήσεων από δεκάδες άλλες χώρες.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι μυστικές διαβουλεύσεις που διεξάγονταν τα προηγούμενα χρόνια μεταξύ της Αθήνας και του προέδρου του Μουσείου, Τζορτζ Οσμπορν, δεν οδήγησαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Η παρούσα συγκυρία βρίσκει το Βρετανικό Μουσείο να προσφέρει μόνο «ποσοστιαίο δανεισμό» των αρχαιοτήτων, μια πρόταση την οποία η ελληνική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά, ξεκαθαρίζοντας ότι θα δεχθεί συμφωνία μόνο με την οριστική και μόνιμη επιστροφή του συνόλου των Γλυπτών.
Η κόκκινη γραμμή της Αθήνας παραμένει σταθερή: καμία φόρμουλα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εάν εμπεριέχει, έστω και έμμεσα, την αναγνώριση βρετανικής ιδιοκτησίας πάνω στα μνημεία.
Τα «όχι» των Βρετανών πρωθυπουργών
Οι ένοικοι της Ντάουνινγκ Στριτ κράτησαν επί δεκαετίες σκληρή στάση απέναντι στην επιστροφή των Γλυπτών, οχυρωμένοι πίσω από νομικά και θεσμικά προσχήματα
Παρά τη διαχρονική πίεση της Αθήνας και τη στροφή της διεθνούς κοινής γνώμης, οι πρωθυπουργοί της Βρετανίας κράτησαν επί δεκαετίες ακλόνητη και συχνά σκληρή στάση απέναντι στην επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, οχυρωμένοι πίσω από νομικά και θεσμικά προσχήματα. Αυτή η μακρά αλυσίδα αρνήσεων δείχνει ότι η βρετανική πολιτική ηγεσία αντιμετώπιζε πάντα το θέμα ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Μένει να φανεί αν η νέα κυβέρνηση του Μπέρναμ θα σπάσει αυτό το παραδοσιακό μέτωπο.
Τόνι Μπλερ
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Τόνι Μπλερ είχε ξεκαθαρίσει πως η κυβέρνησή του δεν επρόκειτο να παρέμβει, θεωρώντας το ζήτημα αποκλειστική αρμοδιότητα των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου. Τη σκυτάλη της άρνησης πήρε αργότερα ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος το 2011 απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο επιστροφής, δηλώνοντας προκλητικά πως «δεν πρόκειται να χάσουμε τα μάρμαρά μας», εκφράζοντας τον φόβο ότι μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για τα βρετανικά μουσεία.
Μπόρις Τζόνσον
Ακόμη πιο επιθετικός εμφανίστηκε ο Μπόρις Τζόνσον το 2021. Παρά το γεγονός ότι στα φοιτητικά του χρόνια είχε ταχθεί υπέρ της επιστροφής των γλυπτών, ως πρωθυπουργός δήλωσε στη γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» ότι «αγοράστηκαν νόμιμα από τον λόρδο Ελγιν, σύμφωνα με τους νόμους της εποχής», απορρίπτοντας κάθε ελληνικό επιχείρημα περί κλοπής.
Ρίσι Σούνακ
Η πολιτική ένταση κορυφώθηκε στα τέλη του 2023 με τον Ρίσι Σούνακ. Ο τότε πρωθυπουργός προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο, ακυρώνοντας την προγραμματισμένη συνάντησή του με τον Ελληνα ομόλογό του, Κυριάκο Μητσοτάκη, στο Λονδίνο. Ο Σούνακ κατηγόρησε την Αθήνα για «αθέτηση υποσχέσεων» επειδή το ζήτημα τέθηκε δημόσια, επαναλαμβάνοντας ότι η θέση των Γλυπτών είναι μόνιμα στο Λονδίνο.