Με το βιβλίο τους «Ενοχος», οι Κώστας Βενιζέλος και Μιχάλης Ιγνατίου αποκαλύπτουν το παρασκήνιο για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.Του ΘΑΝΟΥ ΜΩΡΙΑΤΗ – ΠΗΓΗ: RealnewsΠενήντα και πλέον χρόνια
μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τα ερωτηματικά παραμένουν για το ποιος πραγματικά αποφάσισε τη μοίρα της εκείνο το καλοκαίρι. Το «Ενοχος», από τις εκδόσεις «Ρίζες», των Κώστα Βενιζέλου και Μιχάλη Ιγνατίου έρχεται να δώσει απαντήσεις με νέα ντοκουμέντα και μαρτυρίες, που δίνουν, επιτέλους, όνομα στην ευθύνη.

Πρόκειται για μια αυστηρή, τεκμηριωμένη κατάθεση για τον ρόλο του Χένρι Κίσινγκερ στην πορεία προς το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, στηριγμένη πάνω σε αρχεία και μαρτυρίες που οι ίδιοι οι συγγραφείς είχαν φέρει πρώτοι στο φως πριν από περισσότερα από 20 χρόνια και τώρα επανέρχονται εμπλουτισμένα, πιο κοφτερά, πιο επικίνδυνα για όσους θέλουν να θεωρούν το 1974 κλειστό φάκελο.
Το βιβλίο, το οποίο ήδη κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, ξεκινά, συμβολικά, από μια στιγμή που δεν έγινε. Παραμονή της εισβολής, στις 19 Ιουλίου του 1974, δύο Αμερικανοί διπλωμάτες στην Αγκυρα -ο πρέσβης Γουίλιαμ Μακόμπερ και ο δεύτερος στην ιεραρχία, Τζέιμς Σπέιν– έχουν στα χέρια τους μια επιστολή του Αμερικανού Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον προς τον Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ, με σκληρή γλώσσα, που ζητά να μην προχωρήσει η Τουρκία στην εισβολή. Φτάνουν μέχρι το γραφείο του Ετζεβίτ. Και σταματούν εκεί. Η επιστολή δεν παραδίδεται ποτέ. Η αφήγηση του ίδιου του Σπέιν, που έρχεται τώρα να ανατρέψει πολλά από όσα θεωρούσαμε βέβαια, μετατρέπει αυτό το κενό δευτερολέπτων σε ένα από τα πιο φορτισμένα ερωτήματα της ιστορίας του Κυπριακού: ποιος ή τι στάθηκε ανάμεσα σε μια προεδρική εντολή και στην εφαρμογή της; Ποιο «αόρατο χέρι», όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, μπόρεσε να ακυρώσει την Ουάσιγκτον εν ονόματι της Ουάσιγκτον;
Γύρω από αυτό το επεισόδιο οι Κ. Βενιζέλος και Μ. Ιγνατίου χτίζουν μια πιο σύνθετη τοιχογραφία, στο κέντρο της οποίας παραμένει ο Κίσινγκερ όχι ως απόμακρη μορφή διεθνούς πολιτικής, αλλά ως χειριστής αποφάσεων με συγκεκριμένο, πολλαπλασιαστικό κόστος για την Κύπρο και τον Ελληνισμό. Το βιβλίο επανέρχεται με νέα στοιχεία σε ένα από τα πιο κρίσιμα ντοκουμέντα της υπόθεσης, το λεγόμενο μνημόνιο Μπόγιατ, συνταγμένο από τον Τόμας Μπόγιατ, επικεφαλής του Γραφείου Κύπρου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ έως τις αρχές Αυγούστου του 1974, και το παρουσιάζει πλήρες, σε παγκόσμια αποκλειστικότητα. Το κείμενο αυτό λειτουργεί σχεδόν σαν κατηγορητήριο: περιγράφει μια αμερικανική κυβέρνηση που είχε στα χέρια της σαφείς προειδοποιήσεις για τις προθέσεις του Δημήτρη Ιωαννίδη και της ΕΟΚΑ Β και επέλεξε να τις προσπεράσει, ενώ όσα ακολούθησαν -πραξικόπημα, εισβολή, de facto διχοτόμησηήταν, σύμφωνα με τον ίδιο τον συντάκτη του, ζήτημα μαθηματικής, όχι τυχαίας, ακρίβειας.
Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η ανάλυση για τον Γκας Λάσκαρη Αβρακότο, τον Ελληνοαμερικανό πράκτορα της CIA που κρατούσε ανοιχτή τη γραμμή επικοινωνίας ανάμεσα στη μυστική υπηρεσία και στον ισχυρό άνδρα της χούντας, Δημήτρη Ιωαννίδη. Μέσα από συνομιλίες του Μ. Ιγνατίου με πρώην στελέχη της CIA, οι συγγραφείς δεν αρκούνται στο γνωστό σκηνικό ενός πράκτορα-συνδέσμου, αλλά επιχειρούν να δείξουν πόσο βαθιά έφτανε η επιρροή του πάνω στις αποφάσεις που θα καθόριζαν την τύχη ενός ολόκληρου νησιού.
Αυτό που δίνει στο «Ενοχος» τη δύναμή του δεν είναι μόνο η γνώση του τι συνέβη, αλλά η υφή του πώς γράφτηκε. Δεν είναι μια συλλογή εγγράφων με σχόλιο ούτε μια αφήγηση χωρίς αποδείξεις. Είναι η συνάντηση αρχειακής υπομονής με ζωντανή δημοσιογραφία: μαρτυρίες αξιωματούχων που έζησαν, όπως γράφεται στην εισαγωγή, λεπτό προς λεπτό την κρίση, από τον πρώην υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο, που είχε λάβει εντολή από τον ίδιο τον Χένρι Κίσινγκερ να αποτρέψει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, μέχρι τον προαναφερθέντα Μπόγιατ, ο οποίος υπηρέτησε στην Κύπρο από το 1967 έως το 1970 πριν αναλάβει το Γραφείο Κύπρου στην Ουάσιγκτον. Ανάμεσά τους, αδημοσίευτη αλληλογραφία, στιγμιότυπα, φωτογραφικό υλικό και έγγραφα που έβλεπαν για πρώτη φορά το φως στην πρώτη έκδοση και τώρα συμπληρώνονται με ακόμη περισσότερα, άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία.
Γνώστες
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι αυτό το βιβλίο υπογράφεται από τους συγκεκριμένους δημοσιογράφους. Ο Κ. Βενιζέλος και ο Μ. Ιγνατίου δεν προσεγγίζουν το Κυπριακό ως εξωτερικοί παρατηρητές, αλλά ως άνθρωποι που έχουν περάσει χρόνια έρευνας μέσα στα ίδια τα αρχεία που τώρα αποκωδικοποιούν. Ο Μ. Ιγνατίου υπήρξε μέλος της ερευνητικής ομάδας που αποχαρακτήρισε και αποκάλυψε χιλιάδες σελίδες από το απόρρητο αρχείο του ίδιου του Κίσινγκερ, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι πώς λειτουργεί ο μηχανισμός απόκρυψης και αποχαρακτηρισμού εγγράφων στην Ουάσιγκτον. Η καθημερινή του θέση ως αναλυτή στον Λευκό Οίκο τού δίνει πρόσβαση και εξοικείωση με τους διαδρόμους όπου λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις. Ο Κ. Βενιζέλος, από την πλευρά του, μετρά 30 και πλέον χρόνια δημοσιογραφικής εμβάθυνσης στο Κυπριακό, με διδακτορικό στην επικοινωνία και μια σειρά ερευνητικών βιβλίων που έχουν επανειλημμένα φέρει στο φως απόρρητο υλικό γύρω από το 1974 και τις συνέπειές του. Οι δύο τους δεν συναντιούνται τώρα για πρώτη φορά. Εχουν ήδη συνυπογράψει, πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες, την πρώτη αποκάλυψη των αρχείων Κίσινγκερ και αυτή ακριβώς η μακρόχρονη, κοινή τριβή με το υλικό είναι που επιτρέπει στο «Ενοχος» να μην επαναλαμβάνει απλώς μια γνωστή ιστορία, αλλά να την πάει ένα βήμα παραπέρα, με την αυθεντία όσων γνωρίζουν πού ακριβώς να ψάξουν.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο-ανάμνηση για το 1974, αλλά μια προσπάθεια να απαντηθούν επιτέλους τα «γιατί» -γιατί μια επιστολή δεν παραδόθηκε, γιατί προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν, γιατί κανάλια επιρροής παρέμειναν ανοιχτά όσο η Κύπρος οδηγείτο προς την καταστροφή. Οι Κ. Βενιζέλος και Μ. Ιγνατίου δεν αρκούνται στο να περιγράψουν την τραγωδία, ανιχνεύουν τη διαδρομή των αποφάσεων που, από την Ουάσιγκτον, μέσω Αθήνας και Αγκυρας, την προκάλεσαν και επιστρέφουν, 50 και πλέον χρόνια μετά, στο ίδιο ερώτημα με το οποίο κλείνει και ο τίτλος: ποιος, τελικά, είναι ο ένοχος.