Στο επίκεντρο των ερευνών της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος βρίσκονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι επενδύσεις και τα περιουσιακά στοιχεία των τριών βασικών κατηγορουμένων στην υπόθεση της ΜΚΟ «Παιδική Χαρά»,
Με διάταξη του προέδρου της Αρχής, Χαράλαμπου Βουρλιώτη, αποφασίστηκε η προσωρινή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του προέδρου του φιλανθρωπικού σωματείου, Κωνσταντίνου Φιρινίδη, της συντρόφου του, Βασιλικής Μανησιώτη, και του αδελφού της.
Η απόφαση αφορά όχι μόνο τραπεζικές καταθέσεις, αλλά και μετοχές, επενδυτικά προϊόντα, τίτλους και άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία, ακόμη και σε περιπτώσεις κοινών λογαριασμών ή λογαριασμών στους οποίους οι εμπλεκόμενοι έχουν εξουσιοδότηση διαχείρισης.
Παράλληλα, απαγορεύεται η πρόσβαση σε τραπεζικές θυρίδες στις οποίες εμφανίζονται ως δικαιούχοι, μισθωτές ή πληρεξούσιοι.
Στη δέσμευση διαμέρισμα αξίας 90.000 ευρώ στην Καλαμαριά
Ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη διάταξη βρίσκεται και ένα διαμέρισμα στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, το οποίο αγοράστηκε στις 5 Αυγούστου 2025 έναντι 90.000 ευρώ.
Το ακίνητο βρίσκεται στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας στην οδό Ιωάννη Πασαλίδη, έχει καθαρή επιφάνεια 70,78 τετραγωνικών μέτρων και μικτή επιφάνεια 82,45 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 71.743 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της διάταξης, το διαμέρισμα αποκτήθηκε από τον αδελφό της Βασιλικής Μανησιώτη και τη σύζυγό του, οι οποίοι κατέχουν από κοινού την πλήρη κυριότητά του, με ίσα ποσοστά.
Η Αρχή έχει απαγορεύσει την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση του ακινήτου. Διευκρινίζεται ότι η σύζυγος του αδελφού της Μανησιώτη αναφέρεται ως συνιδιοκτήτρια, χωρίς να περιλαμβάνεται στα τρία πρόσωπα για τα οποία έχει διαταχθεί γενική δέσμευση περιουσίας.
Έρευνες για ενδεχόμενη διακίνηση χρημάτων μέσω στοιχηματικών εταιρειών και καζίνο
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι ελεγκτικές Αρχές στο ενδεχόμενο μέρος των χρημάτων που φέρονται να ιδιοποιήθηκαν οι εμπλεκόμενοι να κατευθύνθηκε σε στοιχηματικές δραστηριότητες, καταναλωτικές δαπάνες και αγορές πολυτελών αγαθών.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή ζητά από ιδρύματα πληρωμών και καζίνο να διαβιβάσουν αναλυτικά στοιχεία για τυχόν λογαριασμούς, συναλλαγές, επισκέψεις και κέρδη των προσώπων που ελέγχονται.
Τα στοιχεία που ζητούνται πρέπει να καλύπτουν χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών, προκειμένου να αποτυπωθούν πιθανές χρηματικές διαδρομές και να εντοπιστούν κεφάλαια που ενδέχεται να συνδέονται με την υπόθεση.
Παράλληλα, εξετάζονται τραπεζικοί και δανειακοί λογαριασμοί, επενδυτικά προϊόντα, καθώς και συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μέσω ελληνικών τραπεζών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών του εξωτερικού.
Υπόνοιες για ανάμειξη παράνομων και νόμιμων κεφαλαίων
Σύμφωνα με το σκεπτικό της Αρχής, υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι χρηματικά ποσά που φέρονται να προέρχονται από την ερευνώμενη δραστηριότητα αναμείχθηκαν με κεφάλαια νόμιμης προέλευσης.
Η πρακτική αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, ενδέχεται να έχει χρησιμοποιηθεί για να δυσχερανθεί ο εντοπισμός των χρηματικών συναλλαγών και να αποκρυφθεί η πραγματική προέλευση των ποσών.
Εκτιμάται ότι το συνολικό ποσό που συνδέεται με την ερευνώμενη εγκληματική δραστηριότητα ανέρχεται σε εκατομμύρια ευρώ, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το ακριβές ύψος του.
Οι έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη, με τις αρμόδιες Αρχές να επιχειρούν να χαρτογραφήσουν την οικονομική δραστηριότητα των εμπλεκομένων και να διαπιστώσουν εάν τα περιουσιακά στοιχεία συνδέονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
